ΣΟΥΣΑΜΙ ΑΝΟΙΞΕ…!

"Εάν θέλεις να λάμπεις σαν την ημέρα, να καις πάντα την ύπαρξή σου που μοιάζει με τη νύχτα" Τζελαλεττίν Ρουμί

Ποτέ δεν ξέρεις #0

Από πού είχε εισβάλει μέσα στην ψυχή όλη αυτή η μαύρη σιωπή; Συμπαγής σαν πέτρα. Έπεσε ξαφνικά πάνω του και τον ξύπνησε με έναν οξύ πόνο στο στήθος. Άνοιξε τα μάτια του κι ανέπνευσε έναν αέρα βαρύ και μολυσματικό που του προκαλούσε δύσπνοια. Πνιγόταν. Θάλασσες σκοτεινές, βουβές κι ακύμαντες απλώνονταν κι έγλειφαν τις ακτές του μυαλού του. Πρώτα μια πρόγευση θανάτου κι έπειτα ο πανικός. Ένιωθε να κλείνει πίσω του η πόρτα της ζωής κι ο ιδρώτας, κρύος κι αλμυρός, αυλάκωνε το μέτωπό του.  Όχι δεν ήταν απέναντι σε κάτι που υπάρχει στη φύση. ΄Ο,τι κι αν ήταν αυτό που του είχε επιτεθεί, ήταν κάτι ενάντιά της. Ήταν μια σκοτεινή δύναμη αφανισμού και εκμηδένισης.

Δοκίμασε να ανασηκωθεί και να στηρίξει την πλάτη του στο προσκέφαλο του κρεβατιού. Δεν τα κατάφερε. Το σώμα του ήταν ασήκωτο. Ένιωθε τα μέλη του να έχουν παραλύσει. Μόνο τα μάτια του μπόρεσε να στρέψει προς το ηλεκτρονικό ρολόι που έδειχνε 4:44. Ήταν δραματικά μόνος και αβοήθητος. Μια άβυσσος είχε ανοίξει για να τον καταπιεί.

«Πεθαίνω…» ήταν η μόνη σκέψη που διαπερνούσε το μυαλό του. Ναι, ναι αυτό ήταν. Η σκοτεινή άβυσσος θα τον κατάπινε και θα τον ξερνούσε στην ανυπαρξία. Δεν θα ήταν πια. Ένα τίποτα στη θέση μιας παλλόμενης καρδιάς. Γεύτηκε την αλμύρα του ιδρώτα του. Αυτό τον παρηγόρησε. Ήταν η μόνη ένδειξη πως ακόμη ήταν ζωντανός.

«Χριστέ μου…» κατάφερε να ψελλίσει με πραγματική απελπισία και μετά από μεγάλη προσπάθεια.

Θα μπορούσε και να το περιγράψει κάτι σαν αστραπή. Ή σαν ένα φως λευκό, εκτυφλωτικό. Όμως δεν μπορούσε να είναι σίγουρος αν αυτό το φως ήταν κάτι που είδε στο χώρο ή κάτι που «είδε» μέσα στο μυαλό του. Εκείνη την ώρα ήταν το τελευταίο που τον απασχολούσε. Το σημαντικό ήταν ότι αυτό το ….πράγμα, όπως ήρθε άξαφνα έτσι κι έφυγε. Ένιωσε ελεύθερος από τη σκοτεινή μέγγενη. Πήρε μια βαθιά ανάσα ανακούφισης. Τα μέλη του κορμιού του είχαν επανέλθει στη φυσιολογική τους κατάσταση. Όμως το μυαλό του ήταν ακόμη πολύ ταραγμένο όπως και η καρδιά του που χόρευε σε τρελούς παλμούς. Φοβήθηκε ότι το σκοτάδι θα επέστρεφε. Τινάχτηκε από το κρεβάτι.

Η Σοφία κοιμόταν δίπλα του. Της έριξε μια γρήγορη ματιά καθώς έβγαινε από την κρεβατοκάμαρα. Ένα αδιόρατο χαμόγελο σχηματιζόταν στα χείλη της λες και έβλεπε στο όνειρό της αυτό που συνέβαινε σε κείνον, παραμένοντας  κουλουριασμένη σα φίδι κάτω από τα σεντόνια.

Σκέφτηκε να την ξυπνήσει αλλά ποια βοήθεια θα μπορούσε να του δώσει; Έτσι ήταν. Πίστευε πάντα ότι τα προβλήματά του ήταν δικά του. Επέλεξε να κάνει ένα κρύο ντουζ. Το παγωμένο νερό πρόσφερε στο κορμί του ζωτική ανακούφιση. Κάποτε είχε διαβάσει ότι οι μοναχοί όταν πειράζονταν από δαίμονες κατέφευγαν στη ψυχρολουσία. Η καρδιά του, πράγματι, είχε ηρεμήσει κάπως. Το μυαλό του όμως δεν έλεγε να καθαρίσει. Στο επίμονο ερώτημα «τι διάολο ήταν όλο αυτό;» δεν χωρούσε καμιά απάντηση.

Βγήκε στο μπαλκόνι να κάνει ένα τσιγάρο. Μόλις που άρχιζε να χαράζει. Μια καινούργια μέρα. Όμορφη που ήταν, έτσι όπως ξεπεταγόταν μέσα στην εύθραυστη φωτεινότητά της.

«Αυτή είναι η μια άκρη του σχοινιού…» μονολόγησε,  λες κι ήθελε να ακούσει τη φωνή του πριν συνεχίσει σιωπηλά τις σκέψεις του.  Ναι, ένιωθε σχοινοβάτης. Από την άλλη, «σχοινοβασία» είναι μια πολύ….βαριά λέξη. Μήπως να το έλεγε κάπως πιο ανάλαφρα; Είχε ξαφνικά μια τέτοια διάθεση. Να το έλεγε… «παιχνίδι».

Σαφώς η λέξη «παιχνίδι» τον έκανε να αισθάνεται καλύτερα. Άλλο να λες σχοινοβατώ πάνω στο τεντωμένο σχοινί μεταξύ του Απείρου και του Μηδενός κι άλλο να σκέφτεσαι πως απλά παίζεις. Ένα κυνηγητό. Το πεπερασμένο να κυνηγάει το απόλυτο,  μπροστά στον τρόμο του αφανισμού του. Όπως παίζει το φως με τη σκιά του.

Και μόνο η σκέψη της σκιάς έκανε το μυαλό του να σκοτεινιάσει πάλι και την καρδιά του ν’ αρχίσει να χτυπά με αγωνία. Στεκόταν τρικλίζοντας στο κατώφλι ενός νέου πανικού. Όχι πάλι… δεν θα το άντεχε. Βίασε τον εαυτό του να κρατηθεί όρθιος και ψύχραιμος.

«Παιχνίδι…παιχνίδι…παιχνίδι…» ακουγόταν μέσα στο μυαλό του και αυτή η εσωτερική φωνή ήταν σχεδόν παιδική. Ίσως, ποιος ξέρει, να ήταν και η δική του παιδική φωνή. Δεν τη θυμόταν όμως.  Και τότε τα πόδια του,  λες κι αυτονομήθηκαν,  τον πήγαν προς τη βιβλιοθήκη. Στάθηκε για λίγο αμήχανος μπροστά της.

Η Σοφία ήταν πολύ περήφανη γι αυτή, πρωτίστως σαν ένα έπιπλο που είχε φτιάξει ο πατέρας της. Τη μέρα που την είχαν μεταφέρει στο σπίτι τους, εκείνος είχε σκοντάψει σε μια γωνιά της και του άφησε ένα μικρό σκίσιμο στο μάγουλο που με τα χρόνια επουλώθηκε κι ήταν σχεδόν αόρατο πλέον. Τη βιβλιοθήκη τη γέμισαν μαζί μέσα στα χρόνια.

Όμως εκείνη τη στιγμή που είχε αρχίσει  να χαράζει μια επόμενη μέρα, απορούσε  γιατί βρισκόταν εκεί. Πριν σκεφτεί την απάντηση, με μια κίνηση ασυναίσθητου αυτοματισμού κατέβασε από το ράφι ένα μεγάλο πανόδετο βιβλίο που στη ράχη έγραφε ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ.  Έκλεισε τα μάτια και το άνοιξε σε μια τυχαία σελίδα.  Έπεσε πράγματι στο απόφθεγμα που αγαπούσε πολύ:

‘‘αιών παις ’εστι παίζων πεσσεύων παιδός η βασιληίη’’

Ο σκοτεινός φιλόσοφος επιχειρούσε να φωτίσει το αίνιγμα του κόσμου.

Πριν λίγο είχε νιώσει τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια του. Ο σχοινοβάτης έτσι κι αλλιώς,  αργά ή γρήγορα,  θα έπεφτε. Αλλά τελικά ήταν μόνο ένα παιχνίδι! Οπότε… ποτέ δεν ξέρεις!

Από κείνο το ξημέρωμα, αποδέχθηκε τον κόσμο ως  παιχνίδι και συναίνεσε έτσι στο να μην επιζητεί πλέον τον έλεγχο,  αλλά την τύχη με το μέρος του. Η πιο σωστά την ευτυχία. Να παίζεις με ό,τι έχεις κάθε φορά και να παραμένεις στο παιχνίδι. Ποτέ δεν ξέρεις… Μπορεί να γίνεις πλούσιος. Μπορεί να γίνεις διάσημος. Μπορεί να καταλήξεις στη φυλακή. Μπορεί όλα αυτά μαζί ή τίποτα από αυτά. Το μόνο σίγουρο είναι πως θα πεθάνεις.

«Παίξε πριν πεθάνεις και ποτέ δεν ξέρεις…» ψιθύρισε σ’ ένα τόνο γλυκύτητας,  ανάμικτης με σκληρότητα,  στ’ αυτί της Σοφίας, επιστρέφοντας στο κρεβάτι. Η Σοφία γύρισε προς το μέρος του μέσα στον ύπνο της και τον αγκάλιασε.

 

Ποτέ δεν ξέρεις #1

Πίστευε πως είναι έξυπνος και πως ξέρει πάντα καλύτερα από τους άλλους. Κι αυτό πράγματι ίσχυε για πολλά πράγματα. Σίγουρα όμως όχι για το πιο βασικό. Δεν ήξερε σχεδόν τίποτα για τον εαυτό του. Είχε ασχοληθεί τόσο πολύ με τους άλλους, τακτοποιώντας τους στα «κουτάκια» που είχε απλωμένα πάνω στο «τραπέζι» της ζωής του.  Οπότε αυτό που απέμενε για κείνον  ήταν αναγκαστικά η «αποσυμπίεση»  του μη εξωτερικευμένου θυμού απ’ όλη αυτή την ενασχόληση. Αν είχε δίκιο ο Σαρτρ πως «η κόλαση είναι οι άλλοι», ήταν επικίνδυνος.

Δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να ανησυχήσει. Τελικά, δεν έκανε τίποτα από τα δύο. Έμεινε να καπνίζει στη βεράντα του, κοιτώντας τον συννεφιασμένο νυχτερινό ουρανό που έκρυβε τα άστρα. Φαίνονταν ελάχιστα…. Διάσπαρτα… Τόσο μόνα! Χαμένα μέσα σε μια σκοτεινή εμμονή. Βυθιζόταν κι ο ίδιος σε μια σιωπηλή μοναξιά.  Πίστευε ωστόσο πως δεν θα αργούσε να ξεσπάσει μια παρατεταμένη  καταιγίδα ανακούφισης. Κι ύστερα … ξαστεριά. Καθαρό φως σε έναν ξεπλυμένο από την βροχή ορίζοντα.  Με αυτή την προσμονή τον πήρε τελικά ο ύπνος.

Τον  ξύπνησαν οι πρωινές ακτίνες του ήλιου που έσταξαν φως πάνω στα κλειστά μάτια του. Ήταν καινούργια μέρα και ήθελε να πείσει τον εαυτό του πως ήταν  έτοιμος για καινούργια πράγματα. Μουρμούριζε το  “This is a man’s world”,  δίνοντας την έμφαση στο «But it wouldn’t be nothing, nothing without a woman or a girl».

Τότε ήταν που εμφανίστηκε στη ζωή του, χωρίς καμία προφανή αιτιώδη σχέση.  ‘Έτσι ξεκίνησαν μαζί,  μια τρελή βόλτα. Εκείνος σαν Μάγος κι εκείνη σαν Αστέρι.

«Τι αξίζει περισσότερο στη ζωή;» τη ρώτησε μετά τις συμβατικές τυπικότητες μιας καινούργιας γνωριμίας.

«Να καταφέρεις να βρεις το  νόημα της ύπαρξής σου». Η απάντησή της τον διαπέρασε σαν ηλεκτροσόκ αλλά συνέχισε ψύχραιμα: « Το έχεις βρει;».

« Έχω βρει το μονοπάτι αλλά ακόμα δεν ξέρω αν με βγάζει σε ξέφωτο ή σε κάποια ειδυλλιακή τοποθεσία που θα κληθώ να μάθω να πετάω».

« Αχα…. Άρα το νόημα της ύπαρξης σου νιώθεις πως είναι το πέταγμα;»

« Όχι. Ξέρω ότι θα είναι μια από τις επιλογές που έχω.»

« Μου αρέσει που μιλάς με αυτή τη βεβαιότητα. Έχεις γυάλινη σφαίρα;»

« Δύο… Τα μάτια μου!»

«Βλέπεις, ε;»

«Σε ασύλληπτη ακτίνα…»

«Ουαου! Με βάζεις σε πειρασμό να ρωτήσω….»

«Είναι τόσο ανοιχτό το μυαλό σου άραγε ή μόνο από περιέργεια;».

«Δοκίμασέ με!».

Αν και τον προειδοποίησε πως η δήλωση διαθεσιμότητας σε δοκιμασία θα τον καθιστούσε εκ των πραγμάτων «πειραματόζωο» στις άγνωστες σε κείνον – αλλά ίσως ακόμη και σε εκείνη – προθέσεις της, δεν έκανε πίσω. Πάτησα γκάζι κι έφυγε μαζί της μπροστά. Όχι, δεν ήταν άλλη μια ερωτική ιστορία. Ήταν κάτι άλλο. Αλλά τι; Ποια ήταν;

Είναι στη φύση των αναπάντητων ερωτηματικών να πολλαπλασιάζονταν μέσα στο χρόνο. Ας ήταν ό,τι ήθελε να είναι. Σημασία είχε το νόημα που αυτός θα έδινε. Νόημα σημαίνει να ξέρεις τι κάνεις. Αλλιώς, «όταν δεν ξέρεις τι  κάνεις, κάνεις κακό!». Αυτό του το είχε πει εκείνη. Γι αυτό κι ένα άλλο βράδυ που τον προβλημάτιζαν σκέψεις για το πώς μπορεί να συνδέονται ο Αιγόκερος, ο Μονόκερος κι ένας Ρινόκερος, της έστειλε ένα μήνυμα για να τη ρωτήσει: «Ένας μονόκερος ξέρει πάντα τι κάνει;».

«Ναι! Γιατί;»  ρώτησε, μάλλον ξαφνιασμένη.

Αντί απάντησης,  έκανε copy paste όλη την προηγούμενη παράγραφο και της την έστειλε.

«Τι ωραίοοοο…». Είχε τον τρόπο της να τον κάνει να τη νιώθει μούσα του. Και της το είπε.

«Όσο φτερνίζεσαι και δεν κατουριέσαι πάνω σου είσαι νέος» μου είπε ένα άλλο βράδυ στο τηλέφωνο και σκάσανε στα γέλια.

Ήταν γραπωμένος πάνω σε μια σιδερένια μπάλα – προφανές σύμβολο του «εγώ», η οποία ταλαντωνόταν σαν εκκρεμές. Και καθώς τα χέρια του είχαν αρχίσει να γλιστράνε με κίνδυνο να χαθεί μέσα στο σκοτεινό κενό, αδυνατούσε να σταθεροποιήσει τη βούλησή του καθώς συνειδητοποιούσε πως η ταλάντωση γινόταν ανάμεσα σε μια φωνή που έλεγε «είσαι βασιλιάς» και μια άλλη που απαντούσε «είσαι μεγάλο κορόιδο».  Πως ισορροπεί  κανείς ανάμεσα σε τόσο ακραία αντίθετα; «Εμ, εδώ σε θέλω,  μάγε μου!» μονολόγησε.

«Έφτασε η ώρα χαζούλη» του είπε επιβεβαιωτικά σε ένα μήνυμά της. Ήταν ένα τελετουργικό ον. Κι αυτό ήταν η εξήγηση για όλα τα λάθη του. Αλλά και για όλα τα σωστά του. Ήξερε πως αυτή η γυναίκα  έχει συμβολική – τελετουργική σημασία για κείνον. Κι ήταν το μόνο που ήξερε, χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει ούτε στον εαυτό του, ούτε σε κανέναν άλλο.

«Να έχεις πάντα μέσα στο μυαλό σου ως απάντηση ότι σε αγαπώ. Και θα σε αγαπώ συνέχεια και για πάντα. Δεν είχα λόγο να σε αγαπήσω αλλά όταν ένιωσα να σε αγαπώ,  μου έδωσες κάθε λόγο να το κάνω!».

Το ζήτημα ήταν αυτός. Όχι εκείνη. «Να πίνεις πολύ νερό και να προσεύχεσαι» του είπε με γλυκιά επιτακτικότατα μια εσωτερική φωνή. Τη σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή. Αναρωτιόταν που, πότε, πώς και πόσο θα την ξανάβλεπε.  Μεριμνάμε για πολλά πράγματα. Αλλά το μεγαλύτερο κομμάτι αυτής της μέριμνας είναι άχρηστο.

Στην αρχή της νιότης θέλεις  να μάθεις τον Άλλο. Μετά καταλαβαίνεις πως έχεις  θέσει το λάθος ερώτημα.  O Άλλος είναι η απάντηση που παίρνεις στο «Ποιος είμαι».  Οι άλλοι είναι απλά αντανακλάσεις του εκάστοτε «είμαι» μέσα στα χρόνια της ζωής . Όταν όμως τα μάτια ανοίγουν, το νόημα πλέον είναι  να ξέρεις  όχι πώς να ζήσεις αλλά το πως θέλεις να πεθάνεις.

“Όταν φτάνει η θηλιά μπροστά σου τότε βλέπεις καθαρότατα” ήταν η απάντησή της.

.

Ποτέ δεν ξέρεις #2

Πιτσιρικάς λαχανιάζεις από το παιχνίδι. Στην εφηβεία,  σου κόβει την ανάσα ο έρωτας. Στη νεότητα δεν μπορείς να ανασάνεις από το βάρος των ουτοπιών σου. Και μετά σε πνίγει ο κυνισμός. Άντε το πολύ πολύ αν είσαι λίγο πιο σοφιστικέ, η ειρωνεία. Αν υπάρχει μια σωτηρία από την καταβύθιση στο κενό είναι ο νόστος μιας πατρίδας, μιας εξιδανικευμένης μητέρας.

Γι αυτό δεν μπορούσε να προσπεράσει αδιάφορα  μια γυναίκα που  ένα χειμωνιάτικο βράδυ πήρε το ξεπαγιασμένο του χέρι και κρατώντας το στις χούφτες της, το ζέστανε  με την ανάσα της.

Αυτή η ζεστή ανάσα είχε κάτι μητρικό, σα μια μετάγγιση ζωντάνιας, τη στιγμή που είχε αρχίσει να νιώθει ξέπνοος. Όμως  άρχισε ταυτόχρονα και  να συνειδητοποιεί  πως βρισκόταν μπροστά στη διπλή όψη της Μητέρας. Τροφός και φόνισσα. Γι αυτό κι έπρεπε τώρα ο «μπέμπης», όπως συχνά τον αποκαλούσε, να πνίξει τα «φίδια» που είχαν μπει πλέον μέσα στην «κούνια» του.

Ήτανε ξανά  εκεί που ήταν συνεχώς αφότου αποφάνθηκε για τον παιγνιώδη χαρακτήρα της ύπαρξης. Έκανε κύκλους σαν ζαλισμένος.  Ζούσε για πολλοστή φορά τη σύγκρουση ανάμεσα στην ορμή και τη φθορά. Πώς να πνίξει όμως κανείς τη ματαιοδοξία; Ποιος γαλαξίας θα μπορούσε στάξει μερικές γουλιές θεραπευτικό γάλα στο στόμα του για να νικήσει;  Απορούσε με τα τρελά ερωτήματα που έβαζε στο  εαυτό του. Αλλά στο κάτω κάτω, μήπως  αυτό δεν είναι η τρέλα; Να δημιουργείς αναπάντεχα ερωτήματα σε κατάσταση απόγνωσης.

«Πάντα κερδίζεις. ΠΑΝΤΑ!» ακούστηκε η φωνή της σαν ηχώ που έβγαινε από τα βαθιά σπήλαια του θηλυκού ασυνείδητου. «Ιδίως όταν στο παιχνίδι που συμμετέχεις δεν έχεις αντιπάλους» πρόσθεσε.

«Και τότε με ποιον παίζω;» αναρωτήθηκε εκείνος.

«Με ένα πρόσωπο, το οποίο δεν είναι αντίπαλος. Παίζετε παιχνίδι εξέλιξης και δημιουργίας.  Δε χάνει κανείς και δεν είναι κανένας αντίπαλος κανενός».

Ο «μπέμπης» δεν κρατιόταν. «Και ποιο είναι;».

«Εσύ ξέρεις!» του απάντησε κοφτά.

Ήξερε;

Έβαλε τα ερωτήματα στη σειρά.  Αν δεν ξέρεις ποιος είσαι πώς μπορείς να ξέρεις ποιος μπορείς να γίνεις; Και ποιος μπορεί να σου πει ποιος είσαι;

Η προφανής απάντηση που είχε δώσει μέχρι τότε στη ζωή του ήταν: «Η μανούλα, φυσικά.».  Γιατί στην παιδική γλώσσα μόνον «αυτή καταλαβαίνει». Αλλά αυτή τη φορά ήξερε πως το παιχνίδι παίζεται σε ένα πολύ διαφορετικό «τραπέζι», στο οποίο «συμπαίκτης» δεν ήταν «η μανούλα», όπως θα τον βόλευε, αλλά ένα οργισμένο φάντασμα. Κι ενώ αυτό ήταν γοητευτικό ως παιχνίδι,  τουλάχιστον για έναν παράδοξο άνθρωπο σαν κι αυτόν που καταβυθιζόταν με τις ώρες στα νερά του «μαγικού ρεαλισμού» του, ταυτόχρονα απαιτούσε και την εγρήγορση ενός «ναυαγοσώστη».

Σε τέτοιες στιγμές, ο μυθικός ήρωας ψάχνει για ίχνη από περπατησιές προηγούμενων.

«Jungfrau… Jungfrau… Jungfrau…» ακούστηκε η ηχώ των ορέων,  αν και δεν ξεχώριζε αν ερχόταν μέσα απ’ αυτά της πλούσιας  Ελβετίας ή της φτωχής Ευρυτανίας. Αλλά δεν ήταν τόσο σημαντικό. Αληθινά σημαντικό ήταν πως άκουγε τον άνεμο που του ζητούσε να αντιμετωπίσει την οργή με γενναιοδωρία.

Ήταν καλοκαίρι με καύσωνα και πίστευε πως στις αρχές του φθινοπώρου  θα έτρωγε πίτσα στη Φλωρεντία. Ίσως να τον ξεναγούσε η Μόνικα Μπελούτσι. Ποτέ δεν ξέρεις…

Κατά κάποιο τρόπο καταλάβαινε πως όλα έρχονται και μας βρίσκουν κατόπιν δικής μας πρόσκλησης, οπότε έπρεπε να αγρυπνά.  Και να προσεύχεται… «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».

Ώστε λοιπόν όλο αυτό μέχρι τώρα ήταν το «κουκούλι»; Κι έπρεπε να αποδεχτεί τη φυσική συνέχεια, εκπληρώνοντας τον προορισμό που κάλεσε, υπερβαίνοντας τις συνθήκες της δοσμένης πραγματικότητας του; Να βγάλει φτερά και να πετάξει; Μα, γίνονται θαύματα; .

Ζήτησε πνευματική καθοδήγηση.

«Να περιμένεις το θαύμα όταν είσαι αληθινός με τον εαυτό σου» είπε ο πρώτος χρησμός.

«Όποια στιγμή συνειδητοποιείς τη δύναμη να είσαι ελεύθερος, η ελευθερία ακολουθεί» είπε ο δεύτερος χρησμός.

«Προετοιμάσου να έχεις επίγνωση των νέων ανθρώπων στη ζωή σου» είπε ο τρίτος χρησμός.

«Και δόξα την ενέργειά σου, ξεκίνησες» τον επιβεβαίωσε γλυκά,  με μια φωνή που έμοιαζε πολύ διαφορετική από τη «συνηθισμένη» της. Λες κι άκουγε τη χαρούμενα αθώα φωνή ενός κοριτσιού 8 χρόνων.

Το σοκ ήταν μεγάλο νιώθοντας δάκρυα να τρέχουν στο πρόσωπό του. Γι αυτό κι άρχισε  να φωνάζει, περισσότερο για να πείσει τον εαυτό του, πως «μαύροι κύκνοι δεν υπάρχουν».

«Φως φανάρι!» είπε γελώντας εκείνη.

Μελαγχολούσε αδικώντας πρωτίστως τον εαυτό του. Δεν υπήρχαν κλειστές πόρτες για ν’ ανοίξει. Δεν υπήρχαν καν πόρτες. Μόνο ένα μεγάλο παράθυρο. Άνοιξε τα πατζούρια του και μπήκε  όλο το φως μέσα. Το σκοτάδι δεν πολεμιέται με σκοτάδι. Γι αυτό ήταν πλέον βέβαιος.

Όμως για να βγει κανείς, θα έπρεπε να πετάξει. Στεκόταν μπροστά στο μεγάλο παράθυρο με τα χέρια ανοιχτά και το σκεφτόταν. Σε μια εικόνα της στιγμής αποτυπωνόταν όλο το αδιέξοδό του. Ή θα παρακολουθούσε βουβός ή  θα έκανε το αδιανόητο.

Το «πετσί» πάντα θυμάται περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε. Αν υπήρχε λοιπόν σε μια «άλλη διάσταση» ένας «ζαχαρένιος άγγελος» θα του έστελνε  ένα μήνυμα αγωνίας  που θα έλεγε πάνω κάτω τα εξής: «Ξέρω ότι η κρίση που βιώνω είναι η ύψιστη προσωπική μου πρόκληση. Είναι η τελευταία μου «ζαριά» στο παιχνίδι, για να ζήσω όσο καιρό μου δώσει ο θάνατος, σαν  αληθινός κι ελεύθερος άνθρωπος. Βοήθησέ με!».

Ποια θα ήταν άραγε σε αυτή την περίπτωση η συνέχεια;

Μάλλον κάτι σαν κι αυτό που περιγράφει ο βιβλικός προφήτης: «Και επέστρεψεν ο άγγελος ο λαλών μετ’ εμού και με εξήγειρεν ως άνθρωπον εξεγειρόμενον από του ύπνου αυτού, και είπε προς εμέ, Τι βλέπεις σύ;».

Το καλύτερο ως δυνατότητα είναι πάντα μπροστά στα μάτια μας αλλά εφαρμόζει μια προηγμένη τεχνολογία αορατότητας. O άνθρωπος στην συμπαντική του φορά διολισθαίνει διαρκώς σε μια παραδοξότητα. “Even if you win you lose” ή αλλιώς…  ο χαμένος τα παίρνει όλα! Γι αυτό ποτέ δεν ξέρεις…  Ενίοτε ανοίγουνε τα  μάτια που μπορούν να δουν την Ομορφιά ξεσκέπαστη.

Ποτέ δεν ξέρεις #3

Τίποτα δεν είναι λάθος μέχρι να βρεις το σωστό.  Αυτή η παραδοξότητα θα μοιάζει πάντα με «Οδύσσεια», τουλάχιστον για όσους κλείνουν τον κύκλο τους , κερδίζοντας έτσι  το στεφάνι της νίκης.

«Χαίρε Ναυσικά κρυμμένο παρά θιν΄αλός αμύριστο μυστήριο» σιγοψιθύρισε, αν και ακόμη δεν ήξερε γιατί. Ήξερε βαθιά μέσα του όμως,  πως είχε ανάγκη τα καράβια εκείνα που δεν έχουνε τιμόνι και δεν τα ελέγχει ο άνθρωπος παρά μόνο γνωρίζουν από μόνα τους τη σκέψη και τις διαθέσεις των ανθρώπων και ξέρουν τις πόλεις όλων, ως και τα καρπερά χωράφια ξέρουν κι είναι τόσο γοργά, ώστε ταχύτατα περνούν τις θάλασσες καλυμμένα με πυκνή ομίχλη και καταχνιά, «οὐδέ ποτέ σφιν οὔτε τι πημανθῆναι ἔπι δέος οὔτ᾿ ἀπολέσθαι», κατά πως λέει ο Όμηρος για τα καράβια των Φαιάκων.

Έβαλε στο youtube να παίζει το «Atlantis» των Tuxedomoon.

Ήθελε να λύσει τους κάβους του. Τους κόμπους που  είχαν σφίξει τόσο δυνατά  η ανία κι η ντροπή. Ένιωθε σαν παράξενο πουλί που ήθελε να ναυλώσει ένα πλοίο για το αποδημητικό του εγχείρημα. Να σαλπάρει για μια άγνωστη γη, για την αληθινή φωλιά, εκεί που  «θα μπορείς να αλητέψεις  και να νιώσεις με ασφάλεια το σκίρτημα που προκαλούν οι απότομες αλλαγές στο ύψος των περιστάσεων…» όπως έλεγε μια ποιητική προφητεία, αποδέκτης  της οποίας είχε γίνει σε ανύποπτο χρόνο. Εκεί πια ήταν σίγουρος πως θα τον υποδεχόταν η Αυτοκράτειρα. Άραγε μέχρι εκεί θα τον πήγαινε τ’ «αστέρι» του;

«Ξέρεις ότι θα είμαι πάντα εδώ αλλά χωρίς συγκεκριμένο ρόλο στη ζωή σου ε; Τουλάχιστον για όλους τους γύρω μας… Ο ρόλος μου απ’ αυτή τη στιγμή και για πολύ καιρό θα είναι απροσδιόριστος. Αλλά απόλυτα ενεργός.  Όσο σε χαϊδεύω το ίδιο θα σε χαστουκίζω, όσο σε αγκαλιάζω το ίδιο θα σε σπρώχνω… Αλλά θα είμαι πάντα και το ίδιο εδώ. Δεν  ξέρω τι ρόλο θα έχω στη ζωή σου… ξέρω όμως ότι δε θα βγω από αυτήν. Και ότι δε θα είσαι μόνος ποτέ… ό,τι κ αν κάνεις. Εκτός αν αποφασίσεις να βυθιστείς στα σκοτάδια… αυτό δε θα το αντέξω» του είχε γράψει,  στις αρχές σχεδόν της γνωριμίας τους, σε ένα χειμαρρώδες μήνυμά της.

Κάμποσους μήνες μετά της το έστειλε πίσω, με την ερώτηση «Τι θα άλλαζες μετά από τόσους μήνες πλέον σε αυτό το μήνυμα;».

«Μόνο το τέλος». Ήταν έτοιμος να ζητήσει λεπτομέρειες αλλά τον πρόλαβε κι απάντησε μόνη της:

«Ακόμη κι αν βυθιστείς στο σκοτάδι θα σε κρατάω».

Ήταν λοιπόν μια αγία; Ή μήπως μια μεγάλη πουτάνα; Ταλανιζόταν ολόκληρη η ύπαρξή του με το ανερμήνευτό της. Κι αυτή έδειχνε να το ξέρει. Αλλά αυτός δεν ήξερε στην πραγματικότητα τίποτα γι αυτή. Όλα ήταν μια αφήγηση. Ζούσε ή υποδυόταν ρόλο; Ήταν “human” ή κάτι πέρα απ’ αυτό; Θα τον πήγαινε κάπου ή απλά έκαναν κύκλους μέσα στη νύχτα; Ήταν δώρο ή τιμωρία; Η απάντηση ήταν ο ίδιος αλλά ακόμα προσποιείτο πως την έψαχνε έξω απ’ αυτόν. Όπως ωραία λέει ο Σοπενχάουερ «ο,τι αντιτίθεται στο κόμμα μας, στα σχέδιά μας, στις επιθυμίες ή στις ελπίδες μας, συχνά δεν μπορούμε ούτε να το αντιληφθούμε ούτε να το καταλάβουμε, τη στιγμή που είναι ξεκάθαρο στα μάτια όλων των άλλων».

Ένιωθε πως «ξεκολλούσε» αλλά δεν ήταν βέβαιος για τον προσανατολισμό του. Μια πυξίδα θα ήταν ασφαλώς χρήσιμη, αν ήξερε που ήθελε να πάει. Αλλά δεν είχε καμιά ιδέα. Άφηνε να τον οδηγεί το «αστέρι».

Μια τριανταφυλλιά μπορεί να είναι όμορφη αλλά δεν είναι σημαντική στην προφάνειά της. Είναι ιερή στη θεοφάνεια αυτού που δεν βλέπεται αλλιώς. Αυτού που «εμψυχώνει» κάθε «σπόρο» να διατρέξει ένα ολόκληρο κύκλο δημιουργίας για να ξαναγίνει ο εαυτός του.

Εξακολουθούσε να παίζει «με ό,τι έχει»  κι είχε την τύχη με το μέρος του. Αυτή τη φορά θα την έβλεπε για τρεις μέρες.

«Ο “χτυποκάρδιος” θέλει να ζήσει. Ήρθε η ώρα του!» έγραψε.

«Να ζήσει τότε!» ήταν η άμεση απάντησή του.

Αυτό που ακολούθησε θα μπορούσε και να ονομαστεί το Χρονικό της Υπηρέτριας που έκανε τον Πρίγκιπά της Βασιλιά! Τον κατέστησε «έτοιμο»,  μετά από μισή ζωή,  να συναντήσει επιτέλους την Αυτοκράτειρά του καθισμένη στο θρόνο της. Μπορούσε πλέον να είναι αυτός η ζωντανή απόκριση στην κλήση της ύπαρξής του. Να γίνει αυθεντική φύση. Να φανεί!

«Ψάξε τον Άντρα στη Γυναίκα, το νέο μέσα στον γέρο, τον βασιλιά ανάμεσα στους φτωχούς, πριν ξεσπάσει ο Μεγάλος Πόλεμος».

O χρησμός θα μπορούσε να είναι σ’ ένα χαρτάκι μέσα στο «μπισκότο της τύχης», σαν επίλογος ενός δείπνου σε κινέζικο εστιατόριο.

«Να γράψεις!» της υπενθύμισε αποχαιρετώντας την στο σταθμό του τραίνου. Εκείνη του χαμογέλασε με το κλασσικό αινιγματικό χαμόγελο που δεν σ’ αφήνει να καταλάβεις αν πρόκειται για χαρούμενη αποδοχή ή για ειρωνική άρνηση. Έτσι,  λίγο πριν την ξαναδεί, ανακάλυψε άξαφνα πως αυτό το αινιγματικό χαμόγελο ήταν ένα είδος ρυμούλκησης στο λιμάνι της Αυτοκράτειρας που o ίδιος ανυπομονούσε να συναντήσει. Κι αυτό ακριβώς ονειρεύτηκε. Η επόμενη συνάντησή τους θα τον έφερνε μπροστά στην Αποκάλυψη της Αυτοκράτειρας!

     

                                                                                                                                                                                                             (συνεχίζεται)

Αρέσει σε %d bloggers: