Η μεγάλη χαζομάρα της Αθήνας

Το ότι ο Μπακογιάννης μπορεί να ήταν καλός δήμαρχος για το Καρπενήσι δεν τον κάνει αυτομάτως και καλό δήμαρχο για την Αθήνα. Αλλά ο «σοφός λαός» έχει πάντα δίκιο και γι αυτό ψάχνει πάντα που θα φορτώσει την ευθύνη που έχει ο ίδιος για τις επιλογές του. Η χαζομάρα που λέγεται «Μεγάλος Περίπατος» και με αισθητική βαλκανικού σοσιαλιστικού ρεαλισμού θα μπορούσε να είχε πολύ διαφορετική τύχη αν σχεδιαζόταν πραγματικά από ανθρώπους με άποψη και όραμα για μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα που φιλοδοξεί να είναι και «παγκόσμιος προορισμός». Με πορδές δεν βάφονται αυγά. Βάφτηκε όμως η Πανεπιστημίου.
Το λιγότερο που θα έπρεπε να κάνει ένας δήμαρχος που νοιάζεται είναι να πληροφορηθεί τις τεχνολογικές εξελίξεις γύρω από την έννοια της «έξυπνης πόλης» και όχι αυτής που τρώει το κουτόχορτο από λαμαρινιένες ζαρντινιέρες. Και να ένα πολύ απλό παράδειγμα. Η λονδρέζικη εταιρία Pavegen δημιούργησε ένα ειδικό πλακίδιο από ανακυκλωμένα ελαστικά αυτοκινήτων. Το κάθε βήμα επάνω του παράγει 3 joules ενέργειας που θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν μια λάμπα δρόμου LED για 30 δευτερόλεπτα. Ένας ικανός αριθμός πλακιδίων και βημάτων θα μπορούσε να δημιουργήσει αρκετή ενέργεια για να αποθηκευτεί σε μπαταρίες ή να τροφοδοτήσει ηλεκτρικές συσκευές. Θα γινόταν πολύ εύκολα ένα τουριστικό trend για την Αθήνα και σίγουρα θα έδειχνε μια άλλη ποιότητα αισθητικής κι αντίληψης.
Αλλά είπαμε… το παιδί το βγάζεις από το χωριό, το χωριό δεν το βγάζεις από το παιδί.

«Απόδραση» στην Αθήνα της Μπελ Επόκ με λεωφορείο ΒΙΑΜΑΞ

Η πρόσκληση ήταν εξόχως συναρπαστική. Ένα ταξίδι στο χρόνο. Μια απόδραση από την τρέχουσα επικαιρότητα στις μνήμες της πόλης. Και μάλιστα απόδραση με ένα συλλεκτικό λεωφορείο ηλικίας 57 χρόνων, ένα λεωφορείο “MadeinGreece” από τη ΒΙΑΜΑΞ, το οποίο πέρα από τη καθημερινή προσφορά του στο επιβατικό κοινό της Αθήνας για 43 ολόκληρα χρόνια είχε και πρωταγωνιστικό ρόλο, το 1968, στην ταινία η «Αρχόντισσα και ο Αλήτης» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Αφορμή στάθηκε η δημοσιογραφική παρουσίαση του βιβλίου «’Εζησα την Αθήνα της Μπελ Επόκ» του Μίλτου Λιδωρίκη που εκδόθηκε και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις POLARIS.

«Ψυχή» όλης της προσπάθειας τόσο για την έκδοση του αρχειακού υλικούτου Μίλτου Λιδωρίκη,  πατέρα του γνωστού συγγραφέα και δημιοσιογράφου Αλέκου Λιδωρίκη,  μέσα από σκόρπιες χειρόγραφες σημειώσεις  όσο και για την πρωτότυπη παρουσίασή του είναι η ΖωζωΛιδωρίκη, Πρόεδρος των Διεθνών Σχέσεων Πολιτισμού, η οποία εργάζεται ακούραστα – και με την ιδιότητα της επικεφαλής της Επιτροπής Πολιτισμού του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου – για τον πολιτισμό και τη διασύνδεσή του με την καθημερινότητα της ζωής αλλά και του επιχειρείν.

Το δρομολόγιο ξεκίνησε από το Ζόναρς. Εκεί που την εποχή για την οποία γράφει ο Μίλτος Λιδωρίκης ήταν οι βασιλικοί στάβλοι κι έτσι από το παράθυρο της οικογενειακής κατοικίας του επί της οδού Πανεπιστημίου 10, ανυπομονούσε κάθε απόγευμα να δει τον βασιλιά Γεώργιο Α’ να επισκέπτεται τα άλογά του.  Για να υπάρχει  μια αίσθηση της γεωγραφίας της πόλης εκείνη την εποχή αξίζει να τονιστεί πως όταν η οικογένεια Λιδωρίκη αποφάσισε να φτιάξει επί της Πανεπιστημίου 10 το σπίτι της, πέσανε πάνω της φίλοι και γνωστοί με το επιχείρημα «που θα πάτε να χτίσετε μέσα στα χωράφια;». Νομίζω αποτελεί την καλύτερη σύνοψη του ελληνικού realestate ως και τις μέρες μας.

Κατηφορίζοντας με το λεωφορείο την Πανεπιστημίου και μπροστά στα έκπληκτα μάτια των περαστικών που αναζητούσαν απευθείας το κινητό τους για να αποθανατίσουν το στιγμιότυπο φτάσαμε Ομόνοια.  Καμία σχέση με τη σημερινή παρακμή. Ήταν τότε ο πόλος ψυχαγωγίας και τεχνών και ακτινωτά γύρω της αναπτύσσονταν θέατρα, «καφέ αμάν», «καφέσαντάν», λέσχες, κλπ.

Βγήκαμε στην Πειραιώς που περιγράφεται σαν ένας χωματόδρομος γεμάτος λακούβεςπου ταλαιπωρούσαν τις ρόδες από τις άμαξες και τα κάρα και κάπως έτσι φτάσαμε ως το Νέο Φάληρο που ήταν η «Μύκονος» της εποχής καθώς αποτελούσε το κοσμικό θέρετρο της αθηναϊκής ελίτ.  Το «Nammos» της αθηναϊκήςμπελεπόκ λεγόταν «Ακταίον».

Σε όλη τη διαδρομή και ανάλογα με το κάθε σημείο που βρισκόμασταν  η ΖωζώΛιδωρίκη διάβαζε τα αντίστοιχα αποσπάσματα του βιβλίου και νοερά μας μετέφερε στο κλίμα μιας άλλης εποχής, πολύ διαφορετικής αλλά και κατά κάποιο τρόπο πολύ ίδιας. Πολιτικοί διχασμοί, κοσμικά σκάνδαλα,  συγγραφείς και ποιητές που άλλοι κέρδιζαν την επιβράβευση κι άλλοι έπιναν το πικρό ποτήρι της αφάνειας, θεατρικοί αστέρες που υπέγραφαν αυτόγραφα, καλλονές που έκλεισαν σπίτια, χρηματιστηριακά παιχνίδια και πυρετός του τζόγου.  Το μοτίβο της καθημερινής ζωής είναι πάντα, πάνω – κάτω,  το ίδιο. Αυτό που αλλάζει είναι οι υλικοί όροι της καθημερινότητας και κυρίως η εξέλιξη της τεχνολογίας. Διότι αν κάποτε τα νεαρά κορίτσια ανυπομονούσαν πότε θα παρουσιαστούν σε κάποιο κοσμικό σαλόνι γνωστής οικογενείας, τώρα το κάνουν στο Facebook, σε αυτό το μεγάλο και ευρύχωρο σαλόνι του Μαρκ Ζάκερμπεργκ.

Ακούγοντας τα αποσπάσματα της λεπτομερούς  περιγραφής στη διάρκεια της διαδρομής,  σκεφτόμουν πως θα ήταν πραγματικά μια καλή ιδέα ο Δήμος Αθηναίων μαζί με τη συνεργασία κάποιου φορέα με εμπειρία στην τεχνολογία, π.χ Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, να συγκεντρώσει βιβλία σαν και αυτό, να αξιοποιήσει το σύνολο των πληροφοριών τους  και μέσα πλέον από την τεχνολογία VirtualRealityν’ αναπαραστήσει τη διαχρονική εξέλιξη της Αθήνας ως πρωτεύουσας του νέου ελληνικού κράτους.

Μπορεί η βιομηχανική Ελλάδα να έσβησε άδοξα όπως μαρτυράει το ελληνικής κατασκευής  λεωφορείο της ΒΙΑΜΑΞ που υπάρχει και κινείται ακόμη χάρη στη φροντίδα των συλλεκτών,αδελφών Χάρη και Βαγγέλη Λαζαρόπουλου στους οποίους και ανήκει, αλλά αν υπάρχει μια ελπίδα για το μέλλον, αυτή  είναι να κερδηθεί τουλάχιστον το στοίχημα της μεταβιομηχανικής επανάστασης των τεχνολογιών επικοινωνίας και πληροφορικής. Όταν εκατομμύρια τουρίστες θα βρεθούν και πάλι το καλοκαίρι στην Αθήνα, δεν καταλαβαίνω γιατί εκτός από την ξενάγησή τους στο χώρο να μην έχουν και την ευκαιρία μιας ξενάγησης στο χρόνο. Με ό,τι οικονομικό όφελος αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Αυτό σημαίνει «έξυπνη πόλη».

Όπως λέει ωραία στον επίλογο του βιβλίου του ο Μίλτος Λιδωρίκης «Όλοι μαζί τα ζήσαμε. Πονέσαμε, προσπαθήσαμε κι αγωνισθήκαμε για το καλύτερο μέλλον. Αγωνιζόμεθα και θα αγωνιζόμεθα πάντοτε για μια μεγάλη, προπάντων ευημερούσα, πατρίδα». Αυτή είναι πιστεύω και η μεγάλη αξία αυτού του βιβλίου. Η έμπνευση για τη συνέχιση αυτού του αγώνα,  με τους σύγχρονους όρους του σήμερα. Κι αυτόακριβώς  είναι η ευθύνη και το καθήκον κάθε γενιάς που αγαπάει τα παιδιά της.