Τ’ αριστερό και το δεξί…

T’-ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΚΑΙ-ΤΟ-ΔΕΞΙ…-605x453

Βουνό ή θάλασσα; Η δημοφιλής απάντηση είναι θάλασσα. Παρ’ όλα αυτά η ορθότητα μιας άποψης δεν μπορεί να κρίνεται από τη δημοφιλία της. Όσοι το «ψάχνουμε» λίγο παραπάνω λέμε πως αφού η φύση μας τα έχει δώσει όλα απλόχερα, γιατί να μπαίνουμε σε ψευδοδιλλήματα. Και βουνό και θάλασσα!

Έτσι λοιπόν, σε μια πεζοπορική μου εξόρμηση στα ψηλά βουνά, συνάντησα κάποτε ένα τσοπάνη. Είχε τη στάνη του κοντά στα 2000 μέτρα υψόμετρο κι εκεί έβγαζε όλο το καλοκαίρι με το κοπάδι του, σε μια προχειροφτιαγμένη σαρακατσάνικη καλύβα. Πρέπει να ήταν καμιά 70αριά χρόνων, ίσως και παραπάνω. Πάντως ήταν καλοστεκούμενος, δραστήριος, εύθυμος, με ένα δυνατό τσίπουρο σαν φάρμακο και μια καρδιά ανοιχτή για όσους θα τύχαινε να συναντήσει.

Πάνω του δεν είχε τίποτα από αυτά τα παγωμένα χαρακτηριστικά μιας ανέκφραστης θλίψης που βλέπεις συνήθως στους ανθρώπους των πόλεων. Το γέλιο του ήταν πηγαίο κι όταν ήθελε να πει κάτι στα σοβαρά ήξερε πώς να το κάνει. Έβλεπες τη διακύμανση των συναισθημάτων, αυτή που κάνει το πρόσωπο να παίρνει μορφή όπως εκφράζεται, να γίνεται όμορφο. Το αντίθετο δηλαδή από τις ανέκφραστες μάσκες που ματαιοπονούν να φυλακίσουν τη νεότητα.

Με τα πολλά, πιάσαμε κουβέντα για την πολιτική. Όταν του είπα τι δουλειά κάνω, γυρίζει αυθόρμητα και μου λέει: « Δεν λυπάσαι το εαυτό σου βρε παιδί μου;». Στα βουνά ο αέρας είναι καθαρός. Και κάθε ανάσα που παίρνεις είναι μια εισπνοή του απείρου της ελευθερίας. Μια εισπνοή του ίδιου του Θεού. Κι ο Θεός είναι ο βασιλιάς των αναρχικών. Των πραγματικών αναρχικών, όχι αυτών που σπάζουν βιτρίνες και πετάνε μολότοφ. Αυτών που «δεν βολεύονται με λιγότερο ήλιο» κατά την έκφραση του ποιητή κι αναζητούν διαρκώς να σηκωθούν «λίγο ψηλότερα».

«Δεν βαριέσαι συνέχεια μόνος σου;» ήταν η δική μου απάντηση. Το ξέρω δεν ήταν η καλύτερη. Ήταν η πρώτη που βρήκα λόγω κεκτημένου τρόπου σκέψης. Ο γερο – τσοπάνης γύρισε και με κοίταξε απορημένος: «Εγώ δω πάνω είμαι ο βασιλεύς των ορέων!». Κι έπειτα σκάζοντας στα γέλια μου λέει: «Οι άντρες άμα δεν έχουμε στ’ αυτί μας μια γυναικεία φωνή να μας λέει τι να κάνουμε, μπορούμε να φάμε μια ζωή με το να ξύνουμε τ’ αρχίδια μας. Την κυρά την έχω κάτω. Μαζί ξεχειμωνιάζουμε μισό αιώνα. Εδώ όμως ανεβαίνω για να ξύνω τα αρχίδια μου. Γιατί κι αυτό το έχουμε ανάγκη. Έτσι όρισε ο καλός Θεός τη φύση. Πρέπει να νοιάζεσαι και για το δεξί και για το αριστερό. Το ίδιο ισχύει και για το κάτω κεφάλι αλλά και για το πάνω. Έτσι ζεις ελεύθερα. Πρέπει να μιλάει το αριστερό… και να κάνει το δεξί!».

Τη συνομιλία αυτή, αν κι έχουν περάσει χρόνια αφότου έλαβε χώρα, δεν την ξέχασα. Και τη μεταφέρω εδώ σήμερα, διότι για κάποιο μυστήριο λόγο τη διαισθάνθηκα εξαιρετικά επίκαιρη.

Βουτάμε!

ΒΟΥΤΑΜΕΑπό Αύγουστο χειμώνα κι από Μάρτη καλοκαίρι. Ίσως για αυτό σήμερα γράφω «ξελογιασμένος» από τη θάλασσα. Ναι, αυτή την όμορφη πλανεύτρα που κρύβει μέσα της θησαυρούς και γοργόνες, που μας ξέρει και την ξέρουμε περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε καθώς κάποιοι μακρινοί μακρινοί μας πρόγονοι βγήκαν από μέσα της για να συνεχιστεί στη στεριά το μεγάλο παιχνίδι της εξέλιξης. Άλλωστε χωρίς αυτή, δεν θα υπήρχε τίποτα.

Αυτή η θάλασσα είναι που αποτέλεσε όχι αιτία και λόγο απομόνωσης  όπως συνήθως νομίζεται αλλά αντίθετα δρόμο επικοινωνίας. Είδα πρόσφατα μια εξαιρετική κινηματογραφική παραγωγή, το «Κον Τικι».  Η ταινία είχε προταθεί για Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας κι αποτυπώνει το ταξίδι που έκανε στα 1947 ο Νορβηγός εθνογράφος Θορ Χάιερνταλ όταν αποφάσισε να περάσει με το Κον-Τίκι, τη σχεδία του, τα 6900 χιλιόμετρα που χωρίζουν τις δύο ακτές του Ειρηνικού Ωκεανού. Ήθελε να αποδείξει τη θεωρία του πως οι πολυνησιακοί πληθυσμοί δεν ήταν Ασιάτες αλλά Περουβιανοί Ινδιάνοι. Και το πέτυχε έχοντας απέναντι όλο το ακαδημαϊκό κατεστημένο του καιρού του που τον λοιδορούσε για τις ιδέες του.

Έτσι είναι όμως η θάλασσα. Έχει τον τρόπο της να είναι σαγηνευτική. Να εμψυχώνει τον άνθρωπο με ένα απαράμιλλο θάρρος και να τον γεμίζει με την ελπίδα πως το καλύτερο μας περιμένει πάντα εκεί πέρα, στη «γραμμή των οριζόντων». Για αυτό και η θάλασσα πάντα θα γεμίζει την ανθρώπινη ψυχή με την ελπίδα. Όμως είναι  μια ελπίδα δράσης. Και είναι κρίσιμη αυτή η διαφορά. Ελπίδα δεν είναι να κάθεσαι στον καναπέ και να κρατάς σφιχτά στα χέρια σου ένα δελτίο του τζόκερ. Αυτό είναι ψευδαίσθηση για να γεμίζει τα ταμεία του ο ΟΠΑΠ, να κερδίζουν «τζακ ποτ» οι μέτοχοί του και όσοι «ραντίζονται» γύρω – γύρω για να συντηρούν την ψευδαίσθηση.

Αντίθετα, η ελπίδα είναι βάρκα και κουπί. Πρόσκληση σε δράση. Τίποτα δεν θα είναι ποτέ τέλειο εκ των προτέρων. Τα πάντα όμως τελειοποιούνται μέσα από τη συνεχή προσπάθεια,  αρκεί να ξέρεις που θέλεις να πας. Σαν τον Οδυσσέα, ο οποίος με ένα τρόπο συνιστά το αυθεντικό αρχέτυπο της Ελληνικής ψυχής,  μπορεί να περιπλανηθείς για πολλά χρόνια  αλλά στο τέλος θα βρεις την Ιθάκη, αν έχεις καταφέρει εν τω μεταξύ να την κρατήσεις στο μυαλό και στην ψυχή σου.

Προσωπικά λοιπόν αυτό «το βουλιάζουμε», ούτε το κατάλαβα,  ούτε το καταλαβαίνω. Ο  καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται. Κι εμείς οι Έλληνες θέλουμε να λέμε πως είμαστε καλοί καπετάνιοι. Και είναι ώρα να το αποδείξουμε. Να βουτήξουμε στα βαθιά και να καταφέρουμε να ξαναβγούμε στον αφρό, πιο ώριμοι, πιο έμπειροι, πιο Έλληνες.

Διότι κακά τα ψέματα, στις δεκαετίες που προηγήθηκαν υποτιμήθηκε πολύ αυτή η σχέση με τη θάλασσα. Η ναυτική παράδοση, η ναυτιλία, η ναυτοσύνη των Ελλήνων βγήκαν στο περιθώριο. Κάποια στιγμή η Σχολή Εμποροπλοιάρχων στον Ασπρόπυργο είχε ελάχιστους σπουδαστές και μόνο τα 2-3 τελευταία χρόνια υπάρχει μια αντιστροφή αυτής της τάσης. Όμως η ναυτιλία ήταν αυτή που έδωσε δουλειές, εισοδήματα, χτίσθηκαν σπίτια, φτιάχτηκαν περιουσίες σε αυτόν τόπο.

Ψάχνουμε σήμερα «νέα αναπτυξιακά μοντέλα»  παραγωγής εθνικού πλούτου σε μια χώρα που έβγαλε Ωνάσηδες και Νιάρχους. Μα, είναι προφανές το που πρέπει να αναζητηθεί το αναπτυξιακό μέλλον. Στη θάλασσα. Είτε ως ναυτιλία, είτε ως μεταφορές, είτε ως τουρισμός. Και να αντιληφθούμε ξανά τη θάλασσα όχι ως συνοριακό άκρο αλλά ως δρόμο επαφής και  επικοινωνίας με τους γύρω μας.

Η καίρια γεωπολιτική και στρατηγική (από κάθε πλευρά) θέση της  Ελλάδας, ανάμεσα σε τρεις ηπείρους, αλλά και η ναυτική της παράδοση μπορούν να αποτελέσουν τον καταλύτη για να ξαναβρούμε τον εαυτό μας. Να ξαναγίνουμε αυτό που πάντα ήμασταν. Λαός της Θάλασσας.

Αντί να συζητάμε λοιπόν για «ποτάμια»  και άλλες συναφείς ανοησίες  (τα οποία αποτέλεσαν δρόμους επικοινωνίας μόνο για τα γερμανικά φύλα της  Κεντρικής Ευρώπης) να μιλήσουμε ξανά για τη θάλασσα.  Άλλωστε, μετά τον Θεμιστοκλή σε αυτόν τον τόπο ξέρουμε πως «εκ της θαλάσσης τα κρείττω….».

Να βουτήξουμε λοιπόν,  με την ελπίδα να συναντηθούμε στα βαθιά.