Παρά θίν’ αλός (podcast)

Η θάλασσα είναι πολλά παραπάνω από την ξαπλώστρα στην πρώτη σειρά. Πόσο μάλλον όταν ακούγεται μέσα από τα βάθη των αιώνων η κραυγή: «Μέσα με δέρνει ο θάνατος, ν’ όξω με δέρνει ο Τούρκος. Κι απ’ τη δεξιά μου τη μεριά, Φράγκος με πολεμάει».
H «Οδύσσεια» συνεχίζεται κι έχουμε περιπέτεια μπροστά. «Πρέπει πάντα να αρχίζεις με κάτι. Έπειτα μπορείς να απομακρύνεις όλα τα ίχνη πραγματικότητας.». Έτσι έλεγε ο Πικάσο. Ας (ξαν)αρχίσουμε με τη θάλασσα. Έχοντας στο νου τα λόγια από την «Οδύσσεια» του Νίκου Καζαντζάκη: «Εγώ το χρέος μου έκαμα του γιου, ξεπέρασα τον κύρη, τώρα και συ ξεπέρνα με, αν μπορείς, στο νου και στο κοντάρι».
Τhe Greek Way! Η ζωή σε όλες τις πληθωρικές δυνατότητές της, όπως έχει καταδείξει η σπουδαία αμερικανίδα συγγραφέας Edith Hamilton, στο ομώνυμο βιβλίο της. Προφανώς δεν είναι ούτε κάτι απλό, ούτε κάτι εύκολο. Αλλά όπως έχει πει κι ο Νίτσε «Να χορεύεις αλυσοδεμένος!».

Κι η Παναγιά μαζί μας!

Ο Οδυσσέας συνιστά το συλλογικό μας αρχέτυπο. Μπορεί να ναυαγήσεις, μπορεί να περιπλανηθείς, να χάσεις χρόνια και συντρόφους αλλά στο τέλος θα βρεις την Ιθάκη, αν έχεις καταφέρει εν τω μεταξύ να υφάνεις το νόημά της στο μυαλό και στην ψυχή σου. Αυτό επιβεβαιώνουμε κάθε Αύγουστο στις γιορτές, τα πανηγύρια και τα ανταμώματα.
Τώρα όμως «ψαχνόμαστε». Μέχρι να καταλάβουμε πως ο «μπούσουλας» της παράδοσης δεν έχει να κάνει με το «γράμμα» αλλά με το πνεύμα. Αλλιώς η παράδοση «πετρώνει» και γίνεται είδωλο η Χαρά Βέρρα. Η ζωή όμως είναι πάντα σε κίνηση. Σαν το κύμα.
Πίσω από κάθε πόνο, αμφιβολία, ανασφάλεια κρύβεται μια καταστροφική σκέψη και πίσω από μια καταστροφική σκέψη, υπάρχει ο φόβος της αναμέτρησης με τα κύματα που έρχονται και φεύγουν.
Τα δύσκολα είναι αυτά που κάνουν τη μεγάλη διαφορά. Για να κερδίσεις μεγάλες μάχες θα πρέπει συμφιλιώσεις μεγάλες αντίρροπες δυνάμεις, την ασπίδα της Αθηνάς με την τρίαινα του Ποσειδώνα. Ο Παρθενώνας 2,5 χιλιετίες τώρα, μας κλείνει με νόημα το μάτι.
Αλλιώς, με τα χέρια μονίμως στις τσέπες. καμπουριασμένη τη ράχη και με το χαζό βλέμμα του υβριδικού μετανθρώπου, η ζωή αρχίζει να μοιάζει με πηγάδι που στερεύει μέσα στην έρημο της καταναγκαστικής εργασίας. Γυμνή ζωή που λέει κι ο Αγκάμπεν, σε ένα πλανήτη μεταμορφωμένο σε απέραντο στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Στο «σκάσε και κολύμπα» που έρχεται, να απαντήσουμε σαν καπεταναίοι: «Βίρα τις άγκυρες!».
Κι η Παναγιά μαζί μας!

Τ’ αριστερό και το δεξί…

T’-ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΚΑΙ-ΤΟ-ΔΕΞΙ…-605x453

Βουνό ή θάλασσα; Η δημοφιλής απάντηση είναι θάλασσα. Παρ’ όλα αυτά η ορθότητα μιας άποψης δεν μπορεί να κρίνεται από τη δημοφιλία της. Όσοι το «ψάχνουμε» λίγο παραπάνω λέμε πως αφού η φύση μας τα έχει δώσει όλα απλόχερα, γιατί να μπαίνουμε σε ψευδοδιλλήματα. Και βουνό και θάλασσα!

Έτσι λοιπόν, σε μια πεζοπορική μου εξόρμηση στα ψηλά βουνά, συνάντησα κάποτε ένα τσοπάνη. Είχε τη στάνη του κοντά στα 2000 μέτρα υψόμετρο κι εκεί έβγαζε όλο το καλοκαίρι με το κοπάδι του, σε μια προχειροφτιαγμένη σαρακατσάνικη καλύβα. Πρέπει να ήταν καμιά 70αριά χρόνων, ίσως και παραπάνω. Πάντως ήταν καλοστεκούμενος, δραστήριος, εύθυμος, με ένα δυνατό τσίπουρο σαν φάρμακο και μια καρδιά ανοιχτή για όσους θα τύχαινε να συναντήσει.

Πάνω του δεν είχε τίποτα από αυτά τα παγωμένα χαρακτηριστικά μιας ανέκφραστης θλίψης που βλέπεις συνήθως στους ανθρώπους των πόλεων. Το γέλιο του ήταν πηγαίο κι όταν ήθελε να πει κάτι στα σοβαρά ήξερε πώς να το κάνει. Έβλεπες τη διακύμανση των συναισθημάτων, αυτή που κάνει το πρόσωπο να παίρνει μορφή όπως εκφράζεται, να γίνεται όμορφο. Το αντίθετο δηλαδή από τις ανέκφραστες μάσκες που ματαιοπονούν να φυλακίσουν τη νεότητα.

Με τα πολλά, πιάσαμε κουβέντα για την πολιτική. Όταν του είπα τι δουλειά κάνω, γυρίζει αυθόρμητα και μου λέει: « Δεν λυπάσαι το εαυτό σου βρε παιδί μου;». Στα βουνά ο αέρας είναι καθαρός. Και κάθε ανάσα που παίρνεις είναι μια εισπνοή του απείρου της ελευθερίας. Μια εισπνοή του ίδιου του Θεού. Κι ο Θεός είναι ο βασιλιάς των αναρχικών. Των πραγματικών αναρχικών, όχι αυτών που σπάζουν βιτρίνες και πετάνε μολότοφ. Αυτών που «δεν βολεύονται με λιγότερο ήλιο» κατά την έκφραση του ποιητή κι αναζητούν διαρκώς να σηκωθούν «λίγο ψηλότερα».

«Δεν βαριέσαι συνέχεια μόνος σου;» ήταν η δική μου απάντηση. Το ξέρω δεν ήταν η καλύτερη. Ήταν η πρώτη που βρήκα λόγω κεκτημένου τρόπου σκέψης. Ο γερο – τσοπάνης γύρισε και με κοίταξε απορημένος: «Εγώ δω πάνω είμαι ο βασιλεύς των ορέων!». Κι έπειτα σκάζοντας στα γέλια μου λέει: «Οι άντρες άμα δεν έχουμε στ’ αυτί μας μια γυναικεία φωνή να μας λέει τι να κάνουμε, μπορούμε να φάμε μια ζωή με το να ξύνουμε τ’ αρχίδια μας. Την κυρά την έχω κάτω. Μαζί ξεχειμωνιάζουμε μισό αιώνα. Εδώ όμως ανεβαίνω για να ξύνω τα αρχίδια μου. Γιατί κι αυτό το έχουμε ανάγκη. Έτσι όρισε ο καλός Θεός τη φύση. Πρέπει να νοιάζεσαι και για το δεξί και για το αριστερό. Το ίδιο ισχύει και για το κάτω κεφάλι αλλά και για το πάνω. Έτσι ζεις ελεύθερα. Πρέπει να μιλάει το αριστερό… και να κάνει το δεξί!».

Τη συνομιλία αυτή, αν κι έχουν περάσει χρόνια αφότου έλαβε χώρα, δεν την ξέχασα. Και τη μεταφέρω εδώ σήμερα, διότι για κάποιο μυστήριο λόγο τη διαισθάνθηκα εξαιρετικά επίκαιρη.

Βουτάμε!

ΒΟΥΤΑΜΕΑπό Αύγουστο χειμώνα κι από Μάρτη καλοκαίρι. Ίσως για αυτό σήμερα γράφω «ξελογιασμένος» από τη θάλασσα. Ναι, αυτή την όμορφη πλανεύτρα που κρύβει μέσα της θησαυρούς και γοργόνες, που μας ξέρει και την ξέρουμε περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε καθώς κάποιοι μακρινοί μακρινοί μας πρόγονοι βγήκαν από μέσα της για να συνεχιστεί στη στεριά το μεγάλο παιχνίδι της εξέλιξης. Άλλωστε χωρίς αυτή, δεν θα υπήρχε τίποτα.

Αυτή η θάλασσα είναι που αποτέλεσε όχι αιτία και λόγο απομόνωσης  όπως συνήθως νομίζεται αλλά αντίθετα δρόμο επικοινωνίας. Είδα πρόσφατα μια εξαιρετική κινηματογραφική παραγωγή, το «Κον Τικι».  Η ταινία είχε προταθεί για Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας κι αποτυπώνει το ταξίδι που έκανε στα 1947 ο Νορβηγός εθνογράφος Θορ Χάιερνταλ όταν αποφάσισε να περάσει με το Κον-Τίκι, τη σχεδία του, τα 6900 χιλιόμετρα που χωρίζουν τις δύο ακτές του Ειρηνικού Ωκεανού. Ήθελε να αποδείξει τη θεωρία του πως οι πολυνησιακοί πληθυσμοί δεν ήταν Ασιάτες αλλά Περουβιανοί Ινδιάνοι. Και το πέτυχε έχοντας απέναντι όλο το ακαδημαϊκό κατεστημένο του καιρού του που τον λοιδορούσε για τις ιδέες του.

Έτσι είναι όμως η θάλασσα. Έχει τον τρόπο της να είναι σαγηνευτική. Να εμψυχώνει τον άνθρωπο με ένα απαράμιλλο θάρρος και να τον γεμίζει με την ελπίδα πως το καλύτερο μας περιμένει πάντα εκεί πέρα, στη «γραμμή των οριζόντων». Για αυτό και η θάλασσα πάντα θα γεμίζει την ανθρώπινη ψυχή με την ελπίδα. Όμως είναι  μια ελπίδα δράσης. Και είναι κρίσιμη αυτή η διαφορά. Ελπίδα δεν είναι να κάθεσαι στον καναπέ και να κρατάς σφιχτά στα χέρια σου ένα δελτίο του τζόκερ. Αυτό είναι ψευδαίσθηση για να γεμίζει τα ταμεία του ο ΟΠΑΠ, να κερδίζουν «τζακ ποτ» οι μέτοχοί του και όσοι «ραντίζονται» γύρω – γύρω για να συντηρούν την ψευδαίσθηση.

Αντίθετα, η ελπίδα είναι βάρκα και κουπί. Πρόσκληση σε δράση. Τίποτα δεν θα είναι ποτέ τέλειο εκ των προτέρων. Τα πάντα όμως τελειοποιούνται μέσα από τη συνεχή προσπάθεια,  αρκεί να ξέρεις που θέλεις να πας. Σαν τον Οδυσσέα, ο οποίος με ένα τρόπο συνιστά το αυθεντικό αρχέτυπο της Ελληνικής ψυχής,  μπορεί να περιπλανηθείς για πολλά χρόνια  αλλά στο τέλος θα βρεις την Ιθάκη, αν έχεις καταφέρει εν τω μεταξύ να την κρατήσεις στο μυαλό και στην ψυχή σου.

Προσωπικά λοιπόν αυτό «το βουλιάζουμε», ούτε το κατάλαβα,  ούτε το καταλαβαίνω. Ο  καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται. Κι εμείς οι Έλληνες θέλουμε να λέμε πως είμαστε καλοί καπετάνιοι. Και είναι ώρα να το αποδείξουμε. Να βουτήξουμε στα βαθιά και να καταφέρουμε να ξαναβγούμε στον αφρό, πιο ώριμοι, πιο έμπειροι, πιο Έλληνες.

Διότι κακά τα ψέματα, στις δεκαετίες που προηγήθηκαν υποτιμήθηκε πολύ αυτή η σχέση με τη θάλασσα. Η ναυτική παράδοση, η ναυτιλία, η ναυτοσύνη των Ελλήνων βγήκαν στο περιθώριο. Κάποια στιγμή η Σχολή Εμποροπλοιάρχων στον Ασπρόπυργο είχε ελάχιστους σπουδαστές και μόνο τα 2-3 τελευταία χρόνια υπάρχει μια αντιστροφή αυτής της τάσης. Όμως η ναυτιλία ήταν αυτή που έδωσε δουλειές, εισοδήματα, χτίσθηκαν σπίτια, φτιάχτηκαν περιουσίες σε αυτόν τόπο.

Ψάχνουμε σήμερα «νέα αναπτυξιακά μοντέλα»  παραγωγής εθνικού πλούτου σε μια χώρα που έβγαλε Ωνάσηδες και Νιάρχους. Μα, είναι προφανές το που πρέπει να αναζητηθεί το αναπτυξιακό μέλλον. Στη θάλασσα. Είτε ως ναυτιλία, είτε ως μεταφορές, είτε ως τουρισμός. Και να αντιληφθούμε ξανά τη θάλασσα όχι ως συνοριακό άκρο αλλά ως δρόμο επαφής και  επικοινωνίας με τους γύρω μας.

Η καίρια γεωπολιτική και στρατηγική (από κάθε πλευρά) θέση της  Ελλάδας, ανάμεσα σε τρεις ηπείρους, αλλά και η ναυτική της παράδοση μπορούν να αποτελέσουν τον καταλύτη για να ξαναβρούμε τον εαυτό μας. Να ξαναγίνουμε αυτό που πάντα ήμασταν. Λαός της Θάλασσας.

Αντί να συζητάμε λοιπόν για «ποτάμια»  και άλλες συναφείς ανοησίες  (τα οποία αποτέλεσαν δρόμους επικοινωνίας μόνο για τα γερμανικά φύλα της  Κεντρικής Ευρώπης) να μιλήσουμε ξανά για τη θάλασσα.  Άλλωστε, μετά τον Θεμιστοκλή σε αυτόν τον τόπο ξέρουμε πως «εκ της θαλάσσης τα κρείττω….».

Να βουτήξουμε λοιπόν,  με την ελπίδα να συναντηθούμε στα βαθιά.