Αριστερά όπως μπαίνουμε ή όπως βγαίνουμε ;

entering-the-labyrinth-23902-1366x768Τελικά, αποφάσισα να γράψω αν και παίζανε όλο αυτό διάστημα και «δεύτερες σκέψεις» περί αποχής. Είναι ο λόγος για τον οποίο κάτι αναρχοχριστιανοί φίλοι μου, με «ψήνανε» για εκδρομή στον Αγ. Ευστάθιο στο Καπανδρίτι, μέρα που θα’ ναι. Ας βάλει και ο άγιος το χέρι του… όμως στο βαθμό που θέλουμε να δείχνουμε μια λογική χώρα που δεν θα την έχουνε πάντα «κλωτσοσκούφι» θα πρέπει να βάλουμε και μεις ως πολίτες το χέρι μας. Και να το βάλουμε σωστά. Με λογισμό και μ’ όνειρο που θα’ λεγε και ο «μεγάλος μας».

Αν η Ελλάδα κατάφερε και είναι ακόμη κανονική χώρα, οφείλεται εν πολλοίς στη διακυβέρνηση Ομπάμα και στους Ευρωπαίους σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι  στις κρίσιμες στιγμές του καλοκαιριού  στήριξαν την Ελλάδα έναντι του σχεδίου Σόιμπλε για αποπομπή όχι απλά από την ευρωζώνη αλλά από την Ε.Ε. Υπό το φως των εξελίξεων της μεταναστευτικής/προσφυγικής κρίσης, όλοι κατανοούμε σε ποια  τραγική θέση θα βρισκόταν σήμερα η χώρα,  αν ο Τσίπρας είχε σηκωθεί και φύγει από το «δωμάτιο». Και ήταν τυχερός καθώς είχε τον Μπίλ Κλίντον στο τηλέφωνο να του δίνει τη συμβουλή του 1.000.000 δολαρίων. «Μη βγεις από το δωμάτιο αν δεν πάρεις συμφωνία». Δεν είναι και λίγο να σε «κοουτσάρει» ένας αμερικανός πρόεδρος, ε;

Ευτυχής όποιος γνωρίζει τις αιτίες των πραγμάτων, σύμφωνα με τον Βιργίλιο. Επ’ αυτού, ωστόσο, ο Καρλ Μαρξ είχε διαφορετική άποψη. Σύμφωνα με την 11η θέση για τον Φόιερμπαχ: «Οι φιλόσοφοι το μόνο που κάνανε ήταν να ερμηνεύσουν τον κόσμο κατά διάφορους τρόπους. Αυτό που μετράει είναι να τον αλλάξουμε».

Η θέση αυτή άφησε ένα μόνιμο «κουσούρι» στην παγκόσμια Αριστερά. Διαχρονικά, υποτίμησε την αξία της ερμηνείας και υπερτίμησε τη δράση για αλλαγή. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Ιστορικά αποδείχθηκε πως δεν μπορείς να αλλάξεις και πολλά πράγματα, αν προηγουμένως δεν τα έχεις ερμηνεύσει σωστά. Επιπλέον κάθε απόπειρα αλλαγής μιας κατάστασης πραγμάτων που δεν έχει ερμηνευτεί σωστά, επιφέρει, σχεδόν πάντα, αποτελέσματα αντίθετα των επιδιωκόμενων.

Το «έλα μωρέ και τι έγινε…» εκτός από συνθήκη της νεοελληνικής καθημερινότητας, έχει χρησιμοποιηθεί και ως στρατηγική κατάληψης της εξουσίας. Όχι μόνο από τον ΣΥΡΙΖΑ,  αλλά δυστυχώς και από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος βρέθηκε να περπατά ξυπόλητος πάνω στα σπασμένα γυαλιά του Σόιμπλε. Θεωρητικά, ιδεολογικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και ψυχολογικά απροετοίμαστος να διαχειριστεί με στοιχειώδη επάρκεια μια αξιοπρεπή διακυβέρνηση σε συνθήκες κρίσης. Κι αυτό αφορά οριζόντια όλες τις δημόσιες πολιτικές. Από τη διαπραγμάτευση μέχρι τα κενά στα σχολεία.

Τούτων δοθέντων, το πείραμα του ενιαίου  ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε και η Αριστερά,  για άλλη μια φορά,  ηττήθηκε ιστορικά στην Ελλάδα. Δεν θα επέτρεπαν στον Τσίπρα οι αντίπαλοί του, εκτός και εντός συνόρων, να γίνει «Τσάβες». Παρομοίως,  δεν του επέτρεψαν οι «σύντροφοί» του,  να γίνει «Ρέντσι». Ο τρίτος δρόμος δεν βρέθηκε ποτέ. Διότι την είχαν όλοι εξ αρχής  «στημένη» στον Τσίπρα. Του άνοιξαν διάπλατα  έναν εύκολο δρόμο προς την εξουσία και  έσπευσε να αρπάξει λαίμαργα το «τυράκι», χωρίς να δει τη «φάκα». Ή εν πάση περιπτώσει κι αν την είχε δει, υπερτίμησε την ικανότητά του να αποφύγει το θανάσιμο «καπάκωμα».

Στη χώρα της διεκπεραίωσης, ό,τι δεν είναι στο γόνατο αξίζει επαίνου, ακόμα (ή ιδίως) και τα αυτονόητα. Δυστυχώς για την «Πρώτη Φορά Αριστερά»,  δεν τον  κέρδισε αυτόν τον έπαινο. Από την αρχή μέχρι το τέλος, όλα «στο γόνατο». Με το «βλέποντας και κάνοντας» ο Τσίπρας  επί έξι μήνες, αν και είχε την πλήρη ηγεμονία στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό,  απλά έφερνε βόλτες γύρω από τον εαυτό του, ώσπου σε κατάσταση ιλίγγου και μετά τον 17ωρο εγκλεισμό του στη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών κατέληξε σε μια συμφωνία, αποφεύγοντας τα χειρότερα.

Ωστόσο, το ερώτημα τώρα είναι: Και τι κάνουμε στις 20 Σεπτεμβρίου; Το παίζουμε «λεβεντομαλάκες» ρίχνοντας δαγκωτό Λεβέντη; Ανοίγουμε το καπάκι της τρέλας  να βγούν τα «Ορκ» της Χρυσής Αυγής; Γουστάρουμε να κάνουμε καμιά χοντρή πλάκα στον Κουτσούμπα για να κάνει … κωλοτούμπα; Ή μήπως ψηφίζουμε μαζικά ΝΔ για να’ χει η «δημοκρατία του χαβαλέ» τον πρωθυπουργό που της αξίζει;

Η Αριστερά όπως εκφράστηκε από τον ενιαίο  ΣΥΡΙΖΑ,  με τις αντιφάσεις της και τις αμφιταλαντεύσεις της, με τους τακτικισμούς και τις διασπάσεις της, είναι η Αριστερά με την οποία μπαίνουμε ακόμη πιο βαθιά στα αδιέξοδα.

Ζητούμενη λοιπόν είναι μια «άλλη» Αριστερά, με πολιτική πρόταση  εξόδου. Προσγειωμένη, με ρεαλιστική στρατηγική και ορθολογική αξιοποίηση των όποιων περιθωρίων αφήνει η διεθνής επιτήρηση της χώρας. Μια Κεντροαριστερά, δηλαδή. Η οποία αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει στην ιδανική μορφή της. Μοιραία θα πρέπει να ανασυρθεί  και να ανασυντεθεί  μέσα από τον «κάδο ανακύκλωσης» των υφιστάμενων πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες  μπορούν να ορίσουν τον συγκεκριμένο χώρο και αναφέρομαι πρωτίστως στον εναπομείναντα ΣΥΡΙΖΑ και στο σημερινό ΠΑΣΟΚ που προσπαθεί να υπερβεί τον πρόσφατο εαυτό του. Δευτερευόντως δε – αν και καταχρηστικά παρ’ όλα αυτά αναγκαία εάν προκύψει από την κοινοβουλευτική αριθμητική της κάλπης, και το Ποτάμι. Μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία δηλαδή που θα μπορεί να αθροίζει ως και πάνω 165 βουλευτές προκειμένου να καταστεί  πολιτικό στοίχημα το εάν μπορεί τελικά να υπάρξει μια νέα σοσιαλιστική (κοινωνικά) και φιλελεύθερη (πολιτικά και οικονομικά) αριστερά ως αξιόπιστη πρόταση εξουσίας με ορίζοντα ακόμη και ως το 2020.  Το «νέο» που ευαγγελίζεται ο Τσίπρας δεν μπορεί να είναι προεκλογική ρητορική. Στο βαθμό που το εννοεί είναι υποχρεωμένης για λόγους αξιοπιστίας πλέον να το αναδείξει  και να το επιβεβαιώσει  μέσα στο καμίνι της διακυβέρνησης,  με όρους εξόδου από την κρίση και όχι από την Ευρώπη.

Δύο πολιτικά γεγονότα συνεισφέρουν θετικά προς την ευόδωση αυτού του πολιτικού στοιχήματος, τυχόν επιτυχία του οποίου, θα σηματοδοτούσε πράγματι τομή και θα εγκαινίαζε μια νέα μεταπολίτευση.

Το πρώτο είναι πως ο Τσίπρας απεγκλωβίζεται πλέον  από το στρατηγικό αδιέξοδο του «δεν συνεργάζομαι με κανέναν πλην ΑΝΕΛ», δείχνοντας να αποενοχοποιείται  πλέον έναντι ενός αριστερισμού που βρίσκεται σε «διαρκή παραλήρημα μεγαλείου», σύμφωνα με ψυχαναλυτικούς όρους. Όμως αυτός ο αριστερισμός αντί να αντιμετωπιστεί  από τον Τσίπρα ως «παιδική ασθένεια», με λενιστικούς όρους, κόντεψε να καταστήσει τον ίδιο θύμα «παιδικής καθήλωσης», επιτρέποντας στην Λαγκάρντ να αναζητεί να μιλήσει με ενηλίκους εκπροσώπους της Αθήνας. Φαίνεται πως ο Τσίπρας, ενηλικιώθηκε. Βίαια μεν, αλλά πάντως ενηλικιώθηκε. Δεν είναι ο μικρός Αλέξης για να χρειάζεται τον Καμμένο πλέον.

Το δεύτερο θετικό γεγονός  είναι η δημοκρατική συμπαράταξη ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ. Μπορεί σε επίπεδο εκλογικής αριθμητικής να μη μεταφράζεται σε τίποτα σπουδαίο, σηματοδοτεί όμως μια σαφή «αριστερή στροφή» του ΠΑΣΟΚ και μάλιστα προς ένα τμήμα της ανανεωτικής αριστεράς το οποίο είχε το θάρρος να μη μείνει πάνω στο τραίνο της εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ που ερχόταν ολοταχώς, αλλά να υπερασπιστεί ένα πλαίσιο αξιών που εδώ και δεκαετίες επιχειρεί να συναρθρώσει το πρόταγμα μιας φιλελεύθερης αριστεράς, όπως την επιβάλλει η σημερινή ιστορική συγκυρία.

Μια τέτοια κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα στήριζε μια αμιγώς φιλοευρωπαϊκή  κυβέρνηση,  η οποία και θα συντασσόταν ανοιχτά και καθαρά  με τους αποδεδειγμένα συμμάχους μας όπως περιγράφηκαν στην αρχή του άρθρου.

Τη στιγμή αυτή, με όρους ιστορικής αναγκαιότητας και όχι πολιτικής προτίμησης με βάση το συναίσθημα, μπορεί να  είναι η μόνη λογική και βιώσιμη εκδοχή διακυβέρνησης για τη χώρα μας. Όλα τα λοιπά σενάρια περί «μεγάλου συνασπισμού» ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ, οικουμενικής  ή κυβέρνησης με κορμό τη ΝΔ, αν επαληθεύονταν στην πράξη,  το μόνο αποτέλεσμα που θα είχαν είναι να συζητάμε σε έξι μήνες τις  επόμενες εκλογές, με τη χώρα να «σέρνεται», να παραλύει  και να διαλύεται.

Το καλοκαίρι αυτό μας έχει κάνει όλους σοφότερους. Σε όλο το πολιτικό φάσμα. Η μεγάλη θυσία της Νέας Δημοκρατίας, η μεγάλη επιλογή όπως αυτές για τις οποίες περηφανεύεται, είναι να κάνει πίσω. Να μείνει στα έδρανα μιας υπεύθυνης αξιωματικής αντιπολίτευσης και να εκλέξει νηφάλια το νέο αρχηγό της, ο οποίος και θα πρέπει να έχει την αποδεδειγμένη πολιτική ικανότητα να βάζει στη σωστή πορεία το καράβι κάθε φορά που πάει να μπατάρει σε… φαντασιώσεις.

Μένει αυτή η σοφία να εκφραστεί και στην κάλπη,  με επιλογές που θα λαμβάνουν υπόψη τους παγκόσμιους συσχετισμούς δύναμης, τις πραγματικές συμμαχίες της χώρας και την ανάγκη για μια λογική, σταθερή και βιώσιμη διακυβέρνηση τουλάχιστον τριών χρόνων, ικανής να διασφαλίσει πως η χώρα το 2021 θα γιορτάσει τα 200 χρόνια της παλιγγενεσίας, όρθια και περήφανη γιατί θα τα έχει καταφέρει σε βάρος όλων των προγνωστικών της παγκόσμιας ελίτ.

Αυτά…  Καλό βόλι, σύντροφοι και πατριώτες.

πρώτη δημοσίευση: Rizopoulos Post

 

Υπάρχει τρίτος δρόμος για τον Αλέξη Τσίπρα;

tsipras-road-arenaΟ πρώτος βασικός κανόνας στην πολιτική είναι να λαμβάνεις υπόψη τους πραγματικούς συσχετισμούς δύναμης. «Δεν μπορείς να γεμίσεις μια κάλπη με ένα περίστροφο αλλά ούτε να αντιμετωπίσεις ένα περίστροφο με ένα ψηφοδέλτιο» έγραψε σε ανύποπτο χρόνο ο Λέων Τρότσκι.

Ο δεύτερος βασικός κανόνας είναι πως τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται στην τηλεόραση. «Στην πολιτική, ο ίσιος δρόμος είναι αδιάβατος» συνήθιζε να λέει ο Χάρολντ Μακμίλλαν, Βρετανός Πρωθυπουργός από το 1957 ως το 1963.

Ο τρίτος βασικός κανόνας είναι το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στις καθαρές ιδέες και τις βρώμικες πράξεις. «Να κυβερνάς σημαίνει να διαλέγεις συνέχεια μεταξύ των κακών λύσεων» αποφάνθηκε ο Σαρλ Ντε Γκωλ και προφανώς ήξερε τι έλεγε.

Συνεπώς το να «πάμε ΣΥΡΙΖΑ» είναι ένα πράγμα. Το να γίνει όμως ο ΣΥΡΙΖΑ κάτι περισσότερο από μια «παρένθεση» που θα «ξεπλύνει» ως «αποδιοπομπαίος τράγος» όλες τις αμαρτίες του «συστήματος» διαπλοκής και εξουσίας, είναι ένα ιστορικό πείραμα.

Το ζητούμενο δεν είναι μια «κυβέρνηση της Αριστεράς» στην Ελλάδα, η οποία θα «πέσει» σε τέσσερις – πέντε μήνες, «μαχόμενη για τα δίκια του λαού» όπως θέλουν οι «fundis» του ΣΥΡΙΖΑ κι έτσι η τραγωδία τουΑλιέντε στη Χιλή του 1973, να επαναληφθεί ως φάρσα στην Ελλάδα του 2015.

Ζητούμενο, επίσης, δεν μπορεί να είναι μια «κυβέρνηση της Αριστεράς» που θα «κυβερνάει» σαν τη σημερινή,  με memos και mails της τρόικας, όπως θα αποδεχθούν στο τέλος οι «realos» του ΣΥΡΙΖΑ. Άσε που ούτε κι αυτή θα αντέξει περισσότερο!

Η αλήθεια είναι πως φτάνεις πάντα εκεί που κοιτάς. Η αμηχανία του ΣΥΡΙΖΑ που κοιτάει συνεχώς τα παπούτσια του, άσχετα με το αν είναι πότε «σταράκια» και πότε TOD’S, δείχνει πως κανείς από τους δυο δρόμους, δεν τον πάει μακριά. Δεν μπορεί όμως και να το σκέφτεται για πάντα, όσο μάλιστα πυκνώνει ο πολιτικός χρόνος.

Με δεδομένο πως ένας ακόμη Ολάντ ή ένας ακόμη Ρέντσι δεν θα σήμαινε απολύτως τίποτα για το μέλλον της Ελλάδας και της Ευρώπης, ο Αλέξης Τσίπρας «σπρώχνεται» μπροστά όχι από τις δημοσκοπήσεις αλλά από την ίδια την Ιστορία. Θα ήταν ωστόσο πολιτικά αφελές να φαντασιώνεται κανείς τον Τσίπρα, σαν ένα ευρωπαϊκό “remake” του Ούγκο Τσάβες.

Υπάρχει τρίτος δρόμος για να περπατήσει ο Αλέξης Τσίπρας;

Η Ευρώπη σήμερα δεν έχει Ηγεσία. Έχει όμως Αφέντη. Η διαφορά είναι τεράστια. Η οικονομική ελίτ του Βορρά, ως αφέντης της Ευρώπης, έχει επιβάλλει τον δημοσιονομικό ευγονισμό, που είναι το άλλο όνομα του οικονομικού ρατσισμού. Η δημοσιονομική «καθαρότητα» über alles! Παίζουν με το φόβο «εκφυλισμού» του ευρώ, για να στοχοποιούν ολόκληρους λαούς ως «κατώτερους», βλέπε PIGS ή PIIGS ή PIIGGS.

Γι αυτό, είναι εξαιρετικά δύσκολο να μιλάμε πλέον για την «ιδιότητα του πολίτη» σε ένα περιβάλλον ακραίων ιδεοληψιών και καταπάτησης στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι αλυσίδες στο λαιμό κάθε «μαύρου» του (ευρωπαϊκού) Νότου είναι πλέον ορατές, με τους Έλληνες να βρίσκονται στη χειρότερη μοίρα μεταξύ όλων.

Η Ελλάδα είναι στον «γύψο» κι αυτό δεν είναι αντιπολιτευτική υπερβολή. Κάθε μέρα εκδίδονται δικαστικές αποφάσεις υπέρ πολιτών και η εκτελεστική εξουσία αρνείται να τις εφαρμόσει κατ’ επιταγή των Βρυξελλών και του Βερολίνου. Δεν το λέω εγώ, το λέει η Πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων της χώρας!

Βγήκε χθες ο Γενικός Γραμματέας του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών Γιάννης Ρεκλείτης – φαντάζομαι δεν είναι κανένα «αναρχοκομμούνι» και «θρασίμι» – και είπε ο άνθρωπος πως: «Με πρόσχημα την ταχύτερη απόδοση της δικαιοσύνης και της αποσυμφόρησης του όγκου εργασίας των δικαστηρίων, η κυβέρνηση προχωράει σε ετεροβαρείς και άδικες ρυθμίσεις για πολίτες, επαγγελματίες και μικρές επιχειρήσεις στη διεκδίκηση του δικαίου τους, έναντι των τραπεζών και του κράτους. Αφαιρούνται δικαιώματα φυσικής παρουσίας και υπεράσπισης των δικαίων μας, μετατρέποντας τις φυσικές δικαστικές διαδικασίες σε γραφειοκρατικές διαδικασίες. Δίνεται το δικαίωμα διεργασιών μακριά από την δημοσιότητα και την εξέταση μαρτύρων για πλείστες υποθέσεις και διαφορές για τις οποίες προσφεύγουμε.».

Εκεί που σταματάει το φιλελεύθερο κράτος δικαίου, αρχίζει το «ελληνικό». Ο Έλληνας πολίτης σήμερα στερείται ουσιωδών δικαιωμάτων και είναι μόνον υπο – χρεωμένος. Αν αυτό δεν λέγεται «απαρτχάιντ», πως λέγεται; Και τελικά, μήπως στη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, ο ανομολόγητος στόχος είναι η … συνταγματοποίηση του ευρωπαϊκού «απαρτχάιντ»;

Τι καλύτερη μαρτυρία για αυτή την πραγματικότητα, από τις λεπτομέρειες που αναφέρει ο πρώην αμερικανός υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Τίμοθι Γκάιτνερ, για τη σαδιστική διάθεση του Σόιμπλε έναντι της Ελλάδας, η ρητορική του οποίου κατά των Ελλήνων δεν διαφέρει στον «σκληρό πυρήνα» της, από τα ρατσιστικά επιχειρήματα των Ναζί κατά των Εβραίων. Οι «πονηροί Εβραίοι» του χθες, αντικαταστάθηκαν σήμερα από τους «απατεώνες Έλληνες».

Όσο το ελληνικό πρόβλημα περιμένει τη λύση του στο επίπεδο τεχνικών στοιχείων και αριθμών, ο «μεταρρυθμιστικός εξορθολογισμός» θα στέλνει κόσμο στα «κρεματόρια» της φτώχειας, της ανεργίας, της ανέχειας και της βίας. Μετά κάποιοι θα απολογούνται για τα εγκλήματά τους, λέγοντας «έκανα απλώς τη δουλειά μου».

Αν η πιο θανατηφόρα μορφή ρατσιστικής βίας είναι ο εξαναγκασμός στη φτώχεια, μπορεί η Ελλάδα να βρει ανοιχτό δρόμο για μια ηθικά και πολιτικά ορθή διέξοδο; Αξίζει κάτι τέτοιο; Αν δεν βρίσκουμε διαρκώς επιχειρήματα κι αν δεν δοκιμάσουμε έξυπνα τα όρια της ελευθερίας μας , δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Υπό αυτή την έννοια – για να πω και το κλασσικά ελληνικό – αν ήμουν για μια μέρα Τσίπρας, αντί να σχεδιάζω μόνον για τις εκλογές με τον Ν. Παπά και τον Γ. Δραγασάκη, θα σχεδίαζα πρώτα τη «μεγάλη πορεία στο δρόμο προς το Βερολίνο». Με τον Γλέζο και τον Κλούνει μαζί μου, στην κορυφή…  Μη σου πω και τον Μπραντ Πίτ για να’ χουμε και όλο το παγκόσμιο γυναικείο κοινό. Μετράει πολύ… Επίσης, κάτι μου λέει πως θα δώσει κι ο Πάπας την “ευλογία” του.

Πιστεύω πως ο δρόμος του Τσίπρα δεν είναι ούτε αυτός του Ρέντσι, ούτε αυτός του Τσάβες. Ίσως κάτι πιο κοντά σε Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, να έχει περισσότερο νόημα στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία. Όπως έχει υποστηρίξει στους New York Times , από το 2011, ο συγγραφέας της «Σκοτεινής Ηπείρου» Μαρκ Μαζάουερ: «τα τελευταία 200 χρόνια η Ελλάδα ήταν στην πρώτη γραμμή της εξέλιξης της Ευρώπης… και για άλλη μια φορά η Ελλάδα πολεμάει στην πρώτη γραμμή του αγώνα για το μέλλον».

Άλλωστε, πως αλλιώς να αλλάξεις την ευρωπαϊκή ιστορία; Κάνοντας παραγγελία από το τριψήφιο;

Από: http://www.rizopoulospost.com

 

Άντε και καλά σαράντα

Η συμμετοχή μου στο αφιέρωμα του Allwrite  «Σαράντα χρόνια μεταπολίτευσης μέσα από τα μάτια των δημοσιογράφων».

1974 Όποιος ανατρέξει στην ιστορία του σύγχρονου νεοελληνικού κράτους θα παρατηρήσει εύκολα πως τα τελευταία 40 χρόνια η Ελλάδα υπήρξε για πρώτη φορά  μια «κανονική χώρα»,  όπως αποτυπώνεται αυτή η έννοια στη συνείδηση του μέσου δυτικού πολίτη.   Δεν συνέβη τίποτα το αναπάντεχο και το συνταρακτικό, δεν δημιουργήθηκαν έκτακτες συνθήκες, δεν χρειάστηκαν έκτακτα μέτρα, δεν σημειώθηκαν εκτροπές και ανώμαλες πολιτικές συνθήκες.  Το επίπεδο της ποιότητας ζωής για την πλειοψηφία της κοινωνίας αυξανόταν  διαρκώς με υλικούς όρους και η  λαϊκή ετυμηγορία ήταν αυτή που διαμόρφωνε  τη βασική δομή του πολιτικού συστήματος, δηλαδή την απρόσκοπτη εναλλαγή δύο κομμάτων στην εξουσία μέσα σε συνθήκες ειρήνης, σταθερότητας  και προόδου.

Αν και η Μεταπολίτευση χτίστηκε πάνω σε μια «εσχάτη προδοσία», για μια χώρα με το ιστορικό παρελθόν της Ελλάδας, αυτά τα 40 χρόνια μοιάζουν με … ανέμελες διακοπές στη Χαβάη.  Όμως όλα τα ωραία έχουν κι ένα τέλος. Κι εκεί βρισκόμαστε σήμερα. Στην εξορία από τον «παράδεισο» της Μεταπολίτευσης.  Το ιστορικό ταξίδι της Ελλάδας μέσα στo «τσουνάμι» της παγκοσμιοποίησης δεν θα συνεχιστεί “first class”. Είμαστε ήδη έκπτωτοι προνομίων και δικαιωμάτων καθότι από δω και πέρα ό,τι τρώμε και ό,τι πίνουμε θα πρέπει να το βγάζουμε «με τον ιδρώτα του προσώπου μας».

Η ανακοίνωση αυτή έγινε με τον πιο επίσημο τρόπο στο Καστελόριζο το 2010 από τον τότε πρωθυπουργό, ο οποίος στη συνέχεια ανετράπη. Το τέλος της Μεταπολίτευσης γράφτηκε σιωπηρά με αυτές τις δυο πράξεις.  Την εκχώρηση της κυριαρχίας στους δανειστές μας και την έναρξη ενός νέου κύκλου πολιτικής αντιπροσώπευσης, ο οποίος είναι  πλέον ανήμπορος να εναρμονίσει τις κοινωνικές ανάγκες και τα εθνικά συμφέροντα με τον παγκόσμιο γεωπολιτικό και γεωοικονομικό ανταγωνισμό και κατ’ επέκταση με τις επιλογές των Μεγάλων Παικτών.

Δυστυχώς η λύση του προβλήματος δεν είναι θέμα «ανθρώπινων πόρων». Δεν είναι θέμα πολιτικού προσωπικού μειωμένων ικανοτήτων, το οποίο μπορούμε να αντικαταστήσουμε και να πάμε καλύτερα.   Αυτό είναι το επιφαινόμενο πάνω στο οποίο εστιάζουν την κριτική τους τα mainstream media.

Στην πραγματικότητα, σύμφωνα  με τους κανόνες που έχουν φτιάξει οι Μεγάλοι Παίκτες για να επωφελούνται από το Μεγάλο Παιχνίδι, η ευρύτερη περιοχή μας θα διευθετηθεί  σαν ένα ενιαίο «οικόπεδο».   Υπό αυτή την έννοια το γεύμα Σαμαρά-Ρέντσι στη Φλωρεντία μόνο τυχαίο δεν ήταν.  Κι αν ο Ερντογάν δεν ήταν σε προεκλογική περίοδο, ίσως είχαμε εξίσου « υψηλού επιπέδου» γεύματα και από την άλλη πλευρά.

Είναι η έσχατη άμυνα; Ή ο κύκλος της Μεταπολίτευσης θα κλείσει και συμβολικά όπως άνοιξε, με μια «εσχάτη προδοσία» για να εξαγοράσουμε άλλα 40 χρόνια ειρήνης, σταθερότητας  και προόδου;