Αλέξης Τσίπρας: απόδραση από την κυβέρνηση ή από την ευρωζώνη;

arena_phot«Ρεπορτάζ των Times και του BBC, το οποίο η κυβέρνηση Μέι δεν κατόρθωσε να αντικρούσει, αναφέρει ότι δεν υπήρχε και συνεχίζει να μην υπάρχει σχέδιο υλοποίησης του Brexit στη βρετανική κυβέρνηση. Η Ελλάδα δεν έχει αυτήν την πολυτέλεια. Επειδή όλα είναι πιθανά κι επειδή αυτά που έγιναν φέτος φάνταζαν απίθανα πέρυσι, είναι καλό η χώρα να έχει στο συρτάρι λεπτομερές σχέδιο, σε περίπτωση π.χ. νομισματικής αναταραχής».

Αυτά -μεταξύ άλλων- έγραψε μέσα στη βδομάδα στην «Αυγή» ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Γιώργος Κυρίτσης. Δεκαπέντε μέρες νωρίτερα, ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Στέλιος Κούλογλου δήλωνε στον Αθήνα 9.84 ότι στην Ευρώπη έρχονται θύελλες και γι’ αυτό η Ελλάδα χρειάζεται Plan B. Στο πλαίσιο αυτό, αποφαινόταν πως αν μια μεγάλη ευρωπαϊκή κρίση ξεκινήσει από την Ιταλία, «θα πρέπει να κρυφτούμε πίσω από μια μεγάλη χώρα, όπως η Ιταλία, και να φύγουμε μαζί, διότι αν φύγουμε μόνοι μας, θα βρεθούμε και πάλι στο μάτι του κυκλώνα».

Θα μπορούσε ασφαλώς να υποθέσει κανείς πως αυτοί οι τόνοι δεν είναι παρά μια συνήθη επικοινωνιακή «ποζεριά» από εκπροσώπους του κυβερνώντος κόμματος  και πως η «δραματοποίηση» είναι αναπόφευκτη όταν τα πράγματα δυσκολεύουν. Ωστόσο έχει σημασία το γεγονός πως ο συνήθως «ψύχραιμος»  υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος απεφάνθη στην ομιλία του στο Ελληνο-Αμερικανικό Επιμελητήριο πως «Η κατάσταση είναι τόσο κρίσιμη, όσο ήταν και το καλοκαίρι του ‘15».

Τι τρέχει λοιπόν;

Από τον Σεπτέμβρη του 15 και μετά, το κυβερνητικό αφήγημα πέρασε από το «σκίσιμο των μνημονίων» στην «ελάφρυνση του χρέους». Παρά τη στήριξη του ελληνικού αιτήματος από τις ΗΠΑ και το ΔΝΤ, οι Ευρωπαίοι «κάνουν τους Γερμανούς». Προφανώς δεν είναι λίγο το γεγονός πως ακόμη και ο αντιπαθής κ. Ντάισενμπλουμ έχει αποδεχθεί την ανάγκη να γίνει κάτι με το ελληνικό χρέος, παρ’ όλα αυτά στην Ευρώπη γίνεται αυτό που θέλει ο Σόιμπλε. Οπότε κάθε συζήτηση έχει μετατεθεί για μετά τον «εκλογικό κύκλο» σε Γαλλία και Γερμανία.

Κατά συνέπεια η ελληνική κυβέρνηση καλείται να κλείσει τη δεύτερη αξιολόγηση του προγράμματος χωρίς να έχει πάρει το παραμικρό σε σχέση με το βασικό αφήγημά της. Καλείται δε, εξαιτίας των γνωστών διαφωνιών ΔΝΤ – Ε.Ε, να νομοθετήσει από τώρα νέα μέτρα ύψους 4,2 δισ. ευρώ για μετά το 2018 ή τουλάχιστον την πολιτική συμφωνία για ένα τέτοιο πακέτο παρεμβάσεων. Το ζήτημα μπαίνει στο τραπέζι από το ΔΝΤ, με την Αθήνα να αρνείται και να αφήνει ανοικτό ακόμα και το ενδεχόμενο και πολιτικών εξελίξεων εάν οι δανειστές της χώρας επιμείνουν. «Καμία κυβέρνηση δεν θα δεχόταν τέτοιο πακέτο» σύμφωνα με κυβερνητικό παράγοντα, σύμφωνα με τον οποίο «θα ήταν αντιδημοκρατικό να συμφωνηθούν από τώρα νέα μέτρα για το 2019, δεδομένου ότι πρόκειται για έτος εκλογών και δεν μπορεί να δεσμεύσει η σημερινή κυβέρνηση την επόμενη.».

Μήπως, λοιπόν, γίνεται ρεαλιστικό το σενάριο της «μεγάλης απόδρασης» από την κυβερνητική εξουσία του Αλέξη Τσίπρα και της κυβέρνησης;

Κάθε φορά που επανέρχεται αυτό το σενάριο, ως αιτία προβάλλεται ότι τα μέτρα ξεπερνούν τα όρια αντοχής της κυβέρνησης. Όμως το μέγεθος «όρια αντοχής» είναι σχετικό και μεταβαλλόμενο.

Το κυβερνών κόμμα έχει ήδη απωλέσει μεγάλο μέρος της επιρροής του και είναι σε διαδικασία ραγδαίας «πασοκοποίησης», δηλαδή ραγδαίας απώλειας δημοσκοπικών ποσοστών που θυμίζουν την πολιτική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ από τα υψηλά του 44% του 2009 στα χαμηλά κάτω από 10% την τελευταία διετία. Το δεδομένο αυτό υπάρχει ανεξάρτητα από τη νέα αξιολόγηση. Ακόμη και αν αφαιρέσει όλους τους άλλους παράγοντες και κρίνει αποκλειστικά με το κριτήριο των δημοσκοπικών επιδόσεων, ο Αλέξης Τσίπρας γνωρίζει ότι αν πάει τώρα σε εκλογές για να φορτώσει το 4ο μνημόνιο στον Κ. Μητσοτάκη, θα καταγράψει και εκλογική κατάρρευση και πολιτική φυγομαχία ταυτόχρονα. Ο ίδιος θα έχει τελειώσει πολιτικά, ο δε ΣΥΡΙΖΑ, ανεξάρτητα από το σκορ που θα κάνει στις εκλογές, θα έχει μεσοπρόθεσμα την τύχη όχι του ΠΑΣΟΚ αλλά ακόμη χειρότερα της ΔΗΜΑΡ.

Ο Αλέξης Τσίπρας διαχειρίζεται ένα και μόνο πολιτικό κεφάλαιο: την έξοδο από το τούνελ. Αφού η αριστερή κυβέρνησή του υποχρεώθηκε κατά τη δική της αφήγηση να υπογράψει μνημόνια και μέτρα που δεν πιστεύει για να αποφευχθούν τα χειρότερα, μόνο μία νομιμοποίηση μπορεί να διεκδικήσει: ότι «στο τέλος της μέρας» αυτό θα οδηγήσει τουλάχιστον σε κάποιου είδους έξοδο από το τούνελ. Παρόλο λοιπόν που, έχοντας εισέλθει σε ταραχώδεις καιρούς, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει οποιαδήποτε εξέλιξη, οι συντριπτικά μεγαλύτερες πιθανότητες είναι το «Ναι σε όλα» στις απαιτήσεις των δανειστών. Με την ελπίδα ότι τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, η εκκίνηση της συζήτησης για τα μεσοπρόθεσμα, η είσοδος των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και η -έστω και ασθενική- έξοδος από τον κύκλο της ύφεσης από το 2017, θα αλλάξουν το κλίμα και θα «υποστηρίξουν» την αφήγηση ότι οι θυσίες πιάνουν τόπο.

Εναλλακτικά, αν ενσκήψει μείζων ευρωπαϊκή αναταραχή, πιθανότατα θα ανέβει στη σκηνή ένα άλλο έργο: Η απόδραση όχι του ΣΥΡΙΖΑ από την κυβέρνηση αλλά της Ελλάδας από την Ευρωζώνη! Αλλά αυτό το σενάριο ισοδυναμεί με ένα γενναίο πολιτικό restart για όλες τις πολιτικές δυνάμεις. Αν τέτοιες εξελίξεις προκληθούν με ευθύνη άλλων, τότε θα έχει πιθανότατα και ο Αλέξης Τσίπρας μια δεύτερη ευκαιρία: είτε να αποδειχτεί καλός μάνατζερ μιας τέτοιας «απόδρασης»,  είτε να κρυφτεί αξιοπρεπώς πίσω από μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας…

 

Αριστερά όπως μπαίνουμε ή όπως βγαίνουμε ;

entering-the-labyrinth-23902-1366x768Τελικά, αποφάσισα να γράψω αν και παίζανε όλο αυτό διάστημα και «δεύτερες σκέψεις» περί αποχής. Είναι ο λόγος για τον οποίο κάτι αναρχοχριστιανοί φίλοι μου, με «ψήνανε» για εκδρομή στον Αγ. Ευστάθιο στο Καπανδρίτι, μέρα που θα’ ναι. Ας βάλει και ο άγιος το χέρι του… όμως στο βαθμό που θέλουμε να δείχνουμε μια λογική χώρα που δεν θα την έχουνε πάντα «κλωτσοσκούφι» θα πρέπει να βάλουμε και μεις ως πολίτες το χέρι μας. Και να το βάλουμε σωστά. Με λογισμό και μ’ όνειρο που θα’ λεγε και ο «μεγάλος μας».

Αν η Ελλάδα κατάφερε και είναι ακόμη κανονική χώρα, οφείλεται εν πολλοίς στη διακυβέρνηση Ομπάμα και στους Ευρωπαίους σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι  στις κρίσιμες στιγμές του καλοκαιριού  στήριξαν την Ελλάδα έναντι του σχεδίου Σόιμπλε για αποπομπή όχι απλά από την ευρωζώνη αλλά από την Ε.Ε. Υπό το φως των εξελίξεων της μεταναστευτικής/προσφυγικής κρίσης, όλοι κατανοούμε σε ποια  τραγική θέση θα βρισκόταν σήμερα η χώρα,  αν ο Τσίπρας είχε σηκωθεί και φύγει από το «δωμάτιο». Και ήταν τυχερός καθώς είχε τον Μπίλ Κλίντον στο τηλέφωνο να του δίνει τη συμβουλή του 1.000.000 δολαρίων. «Μη βγεις από το δωμάτιο αν δεν πάρεις συμφωνία». Δεν είναι και λίγο να σε «κοουτσάρει» ένας αμερικανός πρόεδρος, ε;

Ευτυχής όποιος γνωρίζει τις αιτίες των πραγμάτων, σύμφωνα με τον Βιργίλιο. Επ’ αυτού, ωστόσο, ο Καρλ Μαρξ είχε διαφορετική άποψη. Σύμφωνα με την 11η θέση για τον Φόιερμπαχ: «Οι φιλόσοφοι το μόνο που κάνανε ήταν να ερμηνεύσουν τον κόσμο κατά διάφορους τρόπους. Αυτό που μετράει είναι να τον αλλάξουμε».

Η θέση αυτή άφησε ένα μόνιμο «κουσούρι» στην παγκόσμια Αριστερά. Διαχρονικά, υποτίμησε την αξία της ερμηνείας και υπερτίμησε τη δράση για αλλαγή. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Ιστορικά αποδείχθηκε πως δεν μπορείς να αλλάξεις και πολλά πράγματα, αν προηγουμένως δεν τα έχεις ερμηνεύσει σωστά. Επιπλέον κάθε απόπειρα αλλαγής μιας κατάστασης πραγμάτων που δεν έχει ερμηνευτεί σωστά, επιφέρει, σχεδόν πάντα, αποτελέσματα αντίθετα των επιδιωκόμενων.

Το «έλα μωρέ και τι έγινε…» εκτός από συνθήκη της νεοελληνικής καθημερινότητας, έχει χρησιμοποιηθεί και ως στρατηγική κατάληψης της εξουσίας. Όχι μόνο από τον ΣΥΡΙΖΑ,  αλλά δυστυχώς και από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος βρέθηκε να περπατά ξυπόλητος πάνω στα σπασμένα γυαλιά του Σόιμπλε. Θεωρητικά, ιδεολογικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και ψυχολογικά απροετοίμαστος να διαχειριστεί με στοιχειώδη επάρκεια μια αξιοπρεπή διακυβέρνηση σε συνθήκες κρίσης. Κι αυτό αφορά οριζόντια όλες τις δημόσιες πολιτικές. Από τη διαπραγμάτευση μέχρι τα κενά στα σχολεία.

Τούτων δοθέντων, το πείραμα του ενιαίου  ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε και η Αριστερά,  για άλλη μια φορά,  ηττήθηκε ιστορικά στην Ελλάδα. Δεν θα επέτρεπαν στον Τσίπρα οι αντίπαλοί του, εκτός και εντός συνόρων, να γίνει «Τσάβες». Παρομοίως,  δεν του επέτρεψαν οι «σύντροφοί» του,  να γίνει «Ρέντσι». Ο τρίτος δρόμος δεν βρέθηκε ποτέ. Διότι την είχαν όλοι εξ αρχής  «στημένη» στον Τσίπρα. Του άνοιξαν διάπλατα  έναν εύκολο δρόμο προς την εξουσία και  έσπευσε να αρπάξει λαίμαργα το «τυράκι», χωρίς να δει τη «φάκα». Ή εν πάση περιπτώσει κι αν την είχε δει, υπερτίμησε την ικανότητά του να αποφύγει το θανάσιμο «καπάκωμα».

Στη χώρα της διεκπεραίωσης, ό,τι δεν είναι στο γόνατο αξίζει επαίνου, ακόμα (ή ιδίως) και τα αυτονόητα. Δυστυχώς για την «Πρώτη Φορά Αριστερά»,  δεν τον  κέρδισε αυτόν τον έπαινο. Από την αρχή μέχρι το τέλος, όλα «στο γόνατο». Με το «βλέποντας και κάνοντας» ο Τσίπρας  επί έξι μήνες, αν και είχε την πλήρη ηγεμονία στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό,  απλά έφερνε βόλτες γύρω από τον εαυτό του, ώσπου σε κατάσταση ιλίγγου και μετά τον 17ωρο εγκλεισμό του στη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών κατέληξε σε μια συμφωνία, αποφεύγοντας τα χειρότερα.

Ωστόσο, το ερώτημα τώρα είναι: Και τι κάνουμε στις 20 Σεπτεμβρίου; Το παίζουμε «λεβεντομαλάκες» ρίχνοντας δαγκωτό Λεβέντη; Ανοίγουμε το καπάκι της τρέλας  να βγούν τα «Ορκ» της Χρυσής Αυγής; Γουστάρουμε να κάνουμε καμιά χοντρή πλάκα στον Κουτσούμπα για να κάνει … κωλοτούμπα; Ή μήπως ψηφίζουμε μαζικά ΝΔ για να’ χει η «δημοκρατία του χαβαλέ» τον πρωθυπουργό που της αξίζει;

Η Αριστερά όπως εκφράστηκε από τον ενιαίο  ΣΥΡΙΖΑ,  με τις αντιφάσεις της και τις αμφιταλαντεύσεις της, με τους τακτικισμούς και τις διασπάσεις της, είναι η Αριστερά με την οποία μπαίνουμε ακόμη πιο βαθιά στα αδιέξοδα.

Ζητούμενη λοιπόν είναι μια «άλλη» Αριστερά, με πολιτική πρόταση  εξόδου. Προσγειωμένη, με ρεαλιστική στρατηγική και ορθολογική αξιοποίηση των όποιων περιθωρίων αφήνει η διεθνής επιτήρηση της χώρας. Μια Κεντροαριστερά, δηλαδή. Η οποία αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει στην ιδανική μορφή της. Μοιραία θα πρέπει να ανασυρθεί  και να ανασυντεθεί  μέσα από τον «κάδο ανακύκλωσης» των υφιστάμενων πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες  μπορούν να ορίσουν τον συγκεκριμένο χώρο και αναφέρομαι πρωτίστως στον εναπομείναντα ΣΥΡΙΖΑ και στο σημερινό ΠΑΣΟΚ που προσπαθεί να υπερβεί τον πρόσφατο εαυτό του. Δευτερευόντως δε – αν και καταχρηστικά παρ’ όλα αυτά αναγκαία εάν προκύψει από την κοινοβουλευτική αριθμητική της κάλπης, και το Ποτάμι. Μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία δηλαδή που θα μπορεί να αθροίζει ως και πάνω 165 βουλευτές προκειμένου να καταστεί  πολιτικό στοίχημα το εάν μπορεί τελικά να υπάρξει μια νέα σοσιαλιστική (κοινωνικά) και φιλελεύθερη (πολιτικά και οικονομικά) αριστερά ως αξιόπιστη πρόταση εξουσίας με ορίζοντα ακόμη και ως το 2020.  Το «νέο» που ευαγγελίζεται ο Τσίπρας δεν μπορεί να είναι προεκλογική ρητορική. Στο βαθμό που το εννοεί είναι υποχρεωμένης για λόγους αξιοπιστίας πλέον να το αναδείξει  και να το επιβεβαιώσει  μέσα στο καμίνι της διακυβέρνησης,  με όρους εξόδου από την κρίση και όχι από την Ευρώπη.

Δύο πολιτικά γεγονότα συνεισφέρουν θετικά προς την ευόδωση αυτού του πολιτικού στοιχήματος, τυχόν επιτυχία του οποίου, θα σηματοδοτούσε πράγματι τομή και θα εγκαινίαζε μια νέα μεταπολίτευση.

Το πρώτο είναι πως ο Τσίπρας απεγκλωβίζεται πλέον  από το στρατηγικό αδιέξοδο του «δεν συνεργάζομαι με κανέναν πλην ΑΝΕΛ», δείχνοντας να αποενοχοποιείται  πλέον έναντι ενός αριστερισμού που βρίσκεται σε «διαρκή παραλήρημα μεγαλείου», σύμφωνα με ψυχαναλυτικούς όρους. Όμως αυτός ο αριστερισμός αντί να αντιμετωπιστεί  από τον Τσίπρα ως «παιδική ασθένεια», με λενιστικούς όρους, κόντεψε να καταστήσει τον ίδιο θύμα «παιδικής καθήλωσης», επιτρέποντας στην Λαγκάρντ να αναζητεί να μιλήσει με ενηλίκους εκπροσώπους της Αθήνας. Φαίνεται πως ο Τσίπρας, ενηλικιώθηκε. Βίαια μεν, αλλά πάντως ενηλικιώθηκε. Δεν είναι ο μικρός Αλέξης για να χρειάζεται τον Καμμένο πλέον.

Το δεύτερο θετικό γεγονός  είναι η δημοκρατική συμπαράταξη ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ. Μπορεί σε επίπεδο εκλογικής αριθμητικής να μη μεταφράζεται σε τίποτα σπουδαίο, σηματοδοτεί όμως μια σαφή «αριστερή στροφή» του ΠΑΣΟΚ και μάλιστα προς ένα τμήμα της ανανεωτικής αριστεράς το οποίο είχε το θάρρος να μη μείνει πάνω στο τραίνο της εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ που ερχόταν ολοταχώς, αλλά να υπερασπιστεί ένα πλαίσιο αξιών που εδώ και δεκαετίες επιχειρεί να συναρθρώσει το πρόταγμα μιας φιλελεύθερης αριστεράς, όπως την επιβάλλει η σημερινή ιστορική συγκυρία.

Μια τέτοια κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα στήριζε μια αμιγώς φιλοευρωπαϊκή  κυβέρνηση,  η οποία και θα συντασσόταν ανοιχτά και καθαρά  με τους αποδεδειγμένα συμμάχους μας όπως περιγράφηκαν στην αρχή του άρθρου.

Τη στιγμή αυτή, με όρους ιστορικής αναγκαιότητας και όχι πολιτικής προτίμησης με βάση το συναίσθημα, μπορεί να  είναι η μόνη λογική και βιώσιμη εκδοχή διακυβέρνησης για τη χώρα μας. Όλα τα λοιπά σενάρια περί «μεγάλου συνασπισμού» ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ, οικουμενικής  ή κυβέρνησης με κορμό τη ΝΔ, αν επαληθεύονταν στην πράξη,  το μόνο αποτέλεσμα που θα είχαν είναι να συζητάμε σε έξι μήνες τις  επόμενες εκλογές, με τη χώρα να «σέρνεται», να παραλύει  και να διαλύεται.

Το καλοκαίρι αυτό μας έχει κάνει όλους σοφότερους. Σε όλο το πολιτικό φάσμα. Η μεγάλη θυσία της Νέας Δημοκρατίας, η μεγάλη επιλογή όπως αυτές για τις οποίες περηφανεύεται, είναι να κάνει πίσω. Να μείνει στα έδρανα μιας υπεύθυνης αξιωματικής αντιπολίτευσης και να εκλέξει νηφάλια το νέο αρχηγό της, ο οποίος και θα πρέπει να έχει την αποδεδειγμένη πολιτική ικανότητα να βάζει στη σωστή πορεία το καράβι κάθε φορά που πάει να μπατάρει σε… φαντασιώσεις.

Μένει αυτή η σοφία να εκφραστεί και στην κάλπη,  με επιλογές που θα λαμβάνουν υπόψη τους παγκόσμιους συσχετισμούς δύναμης, τις πραγματικές συμμαχίες της χώρας και την ανάγκη για μια λογική, σταθερή και βιώσιμη διακυβέρνηση τουλάχιστον τριών χρόνων, ικανής να διασφαλίσει πως η χώρα το 2021 θα γιορτάσει τα 200 χρόνια της παλιγγενεσίας, όρθια και περήφανη γιατί θα τα έχει καταφέρει σε βάρος όλων των προγνωστικών της παγκόσμιας ελίτ.

Αυτά…  Καλό βόλι, σύντροφοι και πατριώτες.

πρώτη δημοσίευση: Rizopoulos Post

 

Διάγγελμα Τσίπρα και μετά … η βοήθεια του κοινού!

arena-editorial-17-51Ελευθερία είναι η δυνατότητα που πρέπει να έχει κάθε άνθρωπος, να αρέσει ή να μην αρέσει, όμως εξαιτίας αυτού του γεγονότος να μην κινδυνεύει να χάσει το κεφάλι του. Συνήθως το κεφάλι του το χάνει κάποιος όταν λέει επικίνδυνα πράγματα για την εκάστοτε εξουσία ή όταν είναι ξένος στον τόπο που βρίσκεται.

Αυτό που ορίζει την ελευθερία μεταξύ των ανθρώπων, ορίζει και την ελευθερία μεταξύ των εθνών και των λαών. Γι αυτό και με την Ελλάδα θεωρώ πως συμβαίνουν και τα δυο. Κινδυνεύει αυτή τη στιγμή να χάσει το κεφάλι της καθώς λέει επικίνδυνα πράγματα για την ευρωγερμανική (και όχι μόνο…) εξουσία και μοιάζει όλο και πιο ξένη μέσα στην κοινότητα των υπολοίπων μελών – κρατών της Ευρωζώνης. Αυτή είναι η απόδειξη πως δεν είμαστε ελεύθεροι, πως η Ελλάδα δεν είναι ελεύθερη. Απειλείται με το να καταστεί «αποδιοπομπαίος τράγος»,  μόνο και μόνο επειδή σε κάποιους «δεν αρέσει»…

Τι ακριβώς «δεν αρέσει»; Δεν αρέσει και δηλώνεται με κάθε τρόπο,  το γεγονός πως στη μεγάλη πλειοψηφία της η ελληνική κοινωνία έχει επιδείξει ανακλαστικά στη διάρκεια της κρίσης κι έχει βρει τρόπους να παραμείνει όρθια, παρά τα περί του αντιθέτου εικαζόμενα, τα οποία και επαναλαμβάνονται σταθερά από το 2010 μέχρι και σήμερα. Και εν πολλοίς αυτό οφείλεται στις «αντιστάσεις» που επιδείχθηκαν ώστε να μπαίνουν «χαλικάκια» στους τροχούς μεταφοράς εθνικού πλούτου στους δανειστές αυτά τα πέντε χρόνια. Σε συνθήκες κατοχής έτσι γίνεται «αντίσταση».

Η ελληνική κοινωνία στράφηκε στο ΣΥΡΙΖΑ για να δυναμώσει ακριβώς αυτή την «αντίσταση». Δηλαδή το «σαμποτάζ» στις «γραμμές μεταφοράς» να γίνει πιο συστηματικό και ενταγμένο σε ένα ευρύτερο σχεδιασμό αποτελεσματικότερης προστασίας του εθνικού πλούτου, του πραγματικού πλούτου των Ελλήνων ώστε να μπορούν να μεγαλώσουν κι άλλες γενιές Ελλήνων σε αυτόν τον τόπο και να μη διασκορπισθούν στα πέντε σημεία του ορίζοντα για να γλυτώσουν από τη μοίρα μιας χώρας «υπό κατοχή».

Αυτή η στροφή οδήγησε στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Κι αυτή είναι η μεγάλη ευθύνη του πρωθυπουργού να ανταποκριθεί με μοιρογνωμονιακή ακρίβεια στη βούληση της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού να μην παραδοθεί στην «κινεζοποίησή του», απ’ όποια πλευρά κι αν επιχειρείται κάτι τέτοιο. Διότι μπορεί πράγματι η «λάθος συνταγή» και το «λάθος φάρμακο» να μην ήταν ατυχείς συμπτώσεις, όμως αυτό δεν σημαίνει πως και η διακοπή του «φαρμάκου»,  συνεπάγεται ανάρρωση υπό τις παρούσες συνθήκες. Αντιθέτως θα μπορούσε να επιφέρει ραγδαίες μεταβολές επιδείνωσης εάν δεν υπάρχει αξιόπιστη εναλλακτική «θεραπεία».

Συνεπώς, αν ο πρωθυπουργός αισθάνεται αβέβαιος για την έκβαση του σχεδιασμού της «αντίστασής του»  και δεν μπορεί να λάβει αποφάσεις για τη «συνταγή» που πρέπει να ακολουθήσει καθώς θα υπερβαίνουν τα όρια της λαϊκής εντολής της 25ης Ιανουαρίου,  αντί να αφήνει το χρόνο να κυλάει και στο τέλος να οδηγηθεί να «βγει στο βουνό», καλύτερα να βγει να πει τι τρέχει.  Να βγει μπροστά από τα γεγονότα,  με ένα διάγγελμα – απόψε κιόλας – και να εξηγήσει απλά και καθαρά στον ελληνικό λαό,  ποιο είναι το δίλημμα που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή η χώρα. Με κάθε ειλικρίνεια και κάθε λεπτομέρεια. Να περιγράψει επίσης,  χωρίς μικροκομματικές αναστολές, χωρίς μεζούρα  «πολιτικού κόστους» και με αίσθηση ιστορικού καθήκοντος,  την εμπειρία του να είναι πρωθυπουργός αυτές τις 100 μέρες και κάτι, σε αυτή τη χώρα του κόσμου και με αυτόν τον συσχετισμό δυνάμεων στο παγκόσμιο σύστημα.

Αν ο Τσίπρας μιλήσει απλά κι ειλικρινά, η κοινωνία θα τον καταλάβει, οπότε θα καταλάβει σωστά και το δίλημμα. Ακόμη κι από διαίσθηση. Οπότε θα μπορέσει πλέον ο πρωθυπουργός να ζητήσει … «τη βοήθεια του κοινού», την οποία προφανώς και χρειάζεται όσο η σιωπή της αμηχανίας τροφοδοτεί νευρικότητα και «κρίσεις πανικού». Είναι αποδεδειγμένο διαχρονικά και σε όλα τα «παιχνίδια», πως η «βοήθεια του κοινού» είναι η πιο πολύτιμη βοήθεια που μπορεί να έχει ένας Παίχτης.  Αρκεί βέβαια το κοινό να έχει καταλάβει σωστά την ερώτηση και να μην απαντά «με ό,τι ξέρει».

Όσο πιο σύντομα το κάνει ο πρωθυπουργός,  τόσο πιο λυτρωτικό θα είναι για τη χώρα. Οι μεγάλοι ηγέτες φαίνονται στα «ιστορικά σταυροδρόμια».  Σύγχρονη  ηγεσία δεν σημαίνει «αποφασίζω εγώ». Σημαίνει όμως σίγουρα,  δίνω ένα σαφή προσανατολισμό σε μια κοινωνία που βυθίζεται καθημερινά όλο και πιο βαθιά μέσα στη σύγχυση.

Πρώτη δημοσίευση: Rizopoulos Post

Αριστερός εκσυγχρονισμός ή «αριστερή παρένθεση»;

images (2)
Τι είναι αυτό που ζούμε; Είναι μια Νέα Εποχή ή πρόκειται απλά για το «κύκνειο άσμα» της Μεταπολίτευσης του 1974;  Όσο παρακολουθούμε  την ακατάσχετη φλυαρία των νέων υπουργών στα «πρωϊνάδικα» του Παπαδάκη και του Καμπουράκη,  δύσκολα μπορεί να υποθέσει κανείς πως πρόκειται για κάτι άλλο από το κλείσιμο του κύκλου της Μεταπολίτευσης και μάλιστα με τρόπο που δεν θα το λες “happy end”. Αξίζει ωστόσο να επιδείξουμε, όλοι οι υπόλοιποι,  την αναγκαία υπομονή που δεν επιδεικνύουν οι  λαλίστατοι νέοι υπουργοί. Να περιμένουμε λίγο ακόμη δηλαδή, προκειμένου να δούμε τη «μεγάλη εικόνα» όπως θα την παρουσιάσει ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στις προγραμματικές δηλώσεις της νέας κυβέρνησης.

Ο εκλογικός σεισμός που ανέδειξε κυβέρνηση την Αριστερά συνέβη εξαιτίας του γεγονότος ότι οι μετριότητες και ανθυπομετριότητες του αστικού πολιτικού συστήματος, βυθισμένες μέχρι το λαιμό στην ανυποληψία, την παραπολιτική και τη διαφθορά,  απέτυχαν να αναγνωρίσουν και πολύ περισσότερο να επιλύσουν προβλήματα στρατηγικού βάθους της χώρας. Οι όποιες τιμητικές εξαιρέσεις απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Ο ευρωπαϊκός «αυτόματος πιλότος» αποδείχθηκε πως είχε ως μόνο «σχέδιο πτήσης»  τη βίαιη πρόσκρουση στο σκληρό έδαφος της μνημονιακής εξάρτησης σε πρώτο χρόνο και μεσομακροπρόθεσμα στη de facto μετατροπή της Ελλάδας σε δορυφόρο της Τουρκίας. Οι καναλάρχες, άλλωστε,  δεν το’ ριξαν τυχαία στα …τούρκικα.

Το πολιτικό σύστημα ασφαλώς υπήρξε αντανάκλαση ενός βαθύτερου και ουσιαστικότερου ιστορικού προβλήματος. Η Ελλάδα πορεύτηκε μέσα στο χρόνο χωρίς ηγέτιδα τάξη. H ελληνική «αστική τάξη» δεν συγκέντρωνε ποτέ τα χαρακτηριστικά μιας ηγέτιδας τάξης με τη δυτική έννοια του όρου και ανά τις εποχές, διαφορετικά τμήματά της, περισσότερο «πιθήκιζαν» με τα εξ Εσπερίας δάνεια (υλικά και άυλα) παρά κατάφερναν να δημιουργήσουν έναν εθνικό και αυτοτελή αστικό πολιτισμό. Όραμα υπήρξε μόνον η «αρπαχτή» και ως μοντέλο «ανάπτυξης» προκρίθηκε η συστηματοποίηση της κοινωνικής αδικίας από τη μια και της  παρασιτικής κατανάλωσης από την άλλη. Μεταπράτες και βουλιμικοί «αεριτζήδες» (από τα «θαλασσοδάνεια» της χούντας  στις  «προβληματικές» της μεταπολίτευσης και από τους  «εθνικούς προμηθευτές» του Σημίτη στις offshore του χρηματοτραπεζικού «πάρτι»)  υποστήριξαν το πολιτικό σύστημα που εξυπηρετούσε τον «λούμπεν» χαρακτήρα τους, κι αυτό με τη σειρά του οργάνωνε την κοινωνική συναίνεση στη βάση των πελατειακών σχέσεων και της εθνικής παρακμής. Το «ψάρι» βρωμάει πάντα από το «κεφάλι» κι όσο αυτό έμενε άθικτο,  περίσσευε η υποκρισία της ενασχόλησης με την «εξυγίανση» της «ουράς».

Το αστικό πολιτικό σύστημα κατέρρευσε οριστικά και αμετάκλητα το 2010 και η λούμπεν «αστική τάξη»  το’ χει σκάσει ήδη. Αυτό που μένει πλέον να αποδειχθεί είναι αν η σημερινή κυβέρνηση της Αριστεράς είναι απλά η τελευταία λέξη  του «επικήδειου» στο δράμα της Μεταπολίτευσης  ή αν πρόκειται για τη ληξιαρχική πράξη γέννησης μιας Νέας Εποχής που δεν έχει την παραμικρή σχέση με το «τουμπανιασμένο πτώμα». Όσο παράξενο κι αν ακουστεί, είναι πλέον ο λαός που οφείλει να αρθεί στο ύψος των ιστορικών ευθυνών της ανύπαρκτης ηγέτιδας τάξης.  Μοιάζει σαν να πρωταγωνιστούμε συλλογικά στο «Μόνος στο σπίτι».  Γι αυτό και είναι πελώρια ιστορική ευθύνη της Αριστεράς να βάλει μπροστά μια συγκροτημένη συλλογική  προσπάθεια αριστερού εκσυγχρονισμού της χώρας  και όχι  ένα απονενοημένο διάβημα «κευνσιανισμού σε μια μόνο χώρα», μέσα σε συνθήκες περικύκλωσης από τον παγκοσμιοποιημένο  ανταγωνισμό.  Στην πρώτη περίπτωση, η ελπίδα πράγματι θα έχει έρθει. Στη δεύτερη … «έχετε γεια βρυσούλες».

Ο αριστερός εκσυγχρονισμός δεν είναι άλλη μια απόπειρα να «γίνουμε Ευρώπη». Ούτε υπάρχει ως προσυσκευασμένη συνταγή στο ράφι κάποιου ιδεολογικού  σούπερ μάρκετ. Είναι αγώνας κι αγωνία εκπροσώπησης κι υπηρεσίας του κοινού καλού.  Είναι διακύβευμα εθνικής βιωσιμότητας, στοίχημα του κατά πόσο μπορούμε να υπάρχουμε ως διακριτή ταυτότητα ανάμεσα σε Δύση κι Ανατολή, με αξιοπρέπεια κι αυτοπεποίθηση. Ο αριστερός εκσυγχρονισμός  είναι το πραγματικό περιεχόμενο που παίρνει η προτεραιότητα της πολιτικής σήμερα, στο βαθμό που θέλει να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα και όχι να διαφύγει στις ψευδαισθήσεις. Γι αυτό και πρέπει να  νοείται σαν μια διαρκής πορεία μετασχηματισμού μέσα από βαθιές μεταρρυθμίσεις στο κράτος, την οικονομία, τους κοινωνικούς θεσμούς και τις μεταξύ τους σχέσεις. Ο  αριστερός εκσυγχρονισμός θα πρέπει να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την εθνική επιβίωση μέσα σε έναν ανοιχτό κόσμο με όρους υπεροχής και όχι σαν παρίας με μονίμως απλωμένο το χέρι. Αυτό σημαίνει αναστροφή της φθίνουσας πορείας της χώρας μέσα στον διεθνή καταμερισμό, απαιτεί γενναία παραγωγική προσπάθεια, προηγμένη τεχνογνωσία και τεχνολογία, ριζική θεσμική εξυγίανση και ένα εκπαιδευτικό σύστημα προσανατολισμένο σε ουσιαστικές  δεξιότητες και όχι σε τυπικά προσόντα.

Θα περιμένω λοιπόν να δω τη «μεγάλη εικόνα»  από τον Αλέξη Τσίπρα στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης που υποσχέθηκε να φέρει την ελπίδα. Θα περιμένω να ακούσω το σχέδιο ανατροπής της κραυγαλέας  ανισότητας ανάμεσα σ’ ό,τι παράγεται και σ’ ό,τι καταναλώνεται, που έχει ως αποτέλεσμα την οικονομική  καταχρέωση και την πολιτική εξάρτηση της Ελλάδας. Θα περιμένω να δω πως θα οργανωθεί πολιτικά η σύγκρουση με κατεστημένα συμφέροντα, γραφειοκρατικές δομές και «αόρατα» κέντρα αποφάσεων που επιδιώκουν την αναπαραγωγή του υπάρχοντος και πολεμούν λυσσαλέα τη στροφή στο μέλλον. Θα περιμένω να δω πρωτοβουλίες  για  την άνθηση της ελεύθερης δημιουργικότητας και της καινοτομίας, όπως και για  τη διάχυση μιας νέας ανθρωπιστικής κουλτούρας, που θα συνυφαίνει ό,τι καλύτερο από την παράδοσή μας με ό,τι πιο δημιουργικό από τις νέες αξίες της εποχής μας.

Περιμένω πολλά; Ίσως. Αυτή τη σημασία όμως δεν έχει μια νίκη που θέλει να λέγεται ιστορική, μια νίκη – ορόσημο που θέλει να σηματοδοτεί την αλλαγή σελίδας; Τολμώ να περιμένω λοιπόν.

Πρώτη δημοσίευση: Rizopoulos Post

 

 

Αλέξη, «ξεκόλλα»… γίνε Αλέξανδρος!

Tsipras-GR-IBNA1-565x256Νικήσαμε το φόβο. Σημαντικό μεν, αλλά δεν φτάνει. Πρέπει να νικήσουμε και τον εφησυχασμό, στον λίγο χρόνο που έχουμε διαθέσιμο μέχρι να «μιλήσει ο λαός».

Ας πάρουμε λίγο τα πράγματα από την αρχή. Το νέο ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε – παρά το γεγονός πως εξαιτίας δύο εμφυλίων πολέμων, η ελληνική επανάσταση είχε ηττηθεί στρατιωτικά – διότι οι γεωπολιτικές επιδιώξεις των δυτικών Μεγάλων Δυνάμεων από τον 19ο αιώνα μέχρι και σήμερα, συγκλίνουν σταθερά στην πάση θυσία ανάσχεση της ρωσικής καθόδου στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο.

Διαχρονικά ό,τι αποκαλούμε «εθνική ανεξαρτησία», υπήρξε μια πολύ σχετική έννοια, η οποία μοιάζει περισσότερο με ένα τροχό που γυρίζει, πότε «πάνω» και πότε «κάτω». Αλλά η θέση που έχουμε κάθε φορά, συνήθως είναι πέρα από τον έλεγχό μας. Το ζήσαμε και στην Κύπρο, λίαν προσφάτως, παραμένοντας «έθνος ασύνετον» αλλά και διαχρονικοί «gatekeepers» της Δύσης. Εξαιτίας του πρώτου χαρακτηριστικού, οι ξένοι μας εκμεταλλεύονται ασύστολα. Εξαιτίας του δεύτερου όμως, δεν μπορούν να μας κάνουν “bypass” και μας κρατάνε «μέσα στο μεγάλο παιχνίδι».

Βεβαίως στο εσωτερικό της χώρας, ορισμένοι έχουν τον τρόπο να είναι πάντα «πάνω». Είναι αυτοί που συνεργάζονται με τον τροχό και τους «ιμάντες» που τον κάνουν να γυρίζει, οπότε φροντίζουν πάντα να επωφελούνται από τη σωστή… πρόγνωση των επερχόμενων. Ξέρουν πως το χρήμα εμφανίζεται εκεί που μπορεί να αγοράσει τα πάντα φθηνά και συνήθως είναι εκεί που «ρέει αίμα», μεταφορικά ή κυριολεκτικά.

Όπως επίσης υπάρχουν και αυτοί που είναι μονίμως «κάτω». Δεν ξεπερνούν το 10%, σύμφωνα μ’ εκείνο το «χαρτάκι» που έγραψαν Στάλιν και Τσόρτσιλ κι αφορά στον επιτρεπόμενο βαθμό ρωσικής επιρροής στην Ελλάδα. Για το υπόλοιπο 90%, φαντάζομαι δεν θέλετε λεπτομέρειες. Κάποτε όλο το «δεκαράκι» πήγαινε στο ΚΚΕ. Σήμερα το διεκδικεί η «Χρυσή Αυγή». Είναι τελικά μεγάλη τσούλα αυτή η Iστορία…

Όταν λοιπόν ενώσεις τις «τελίτσες» βγαίνει μια λέξη, που δεν ηχεί ωραία στα «περήφανα» αυτιά μας: Εξάρτηση! Έχει πάρει πολλές μορφές καθώς γινόταν σταδιακά όλο και πιο εκλεπτυσμένη μέσα στο χρόνο. Δεν παρελαύνουν στρατεύματα κατοχής, ούτε πλένουν αθώες βοσκοπούλες τα «μουνόπανα της Φρειδερίκης». Και από τις απροκάλυπτες παρεμβάσεις και τα πραξικοπήματα, φτάσαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και πάνω που είπαμε «Δόξα σοι ο Θεός», αρχίσαμε πάλι τα «βοήθα Παναγιά μου», καθώς καταλάβαμε πως θα είμαστε αιωνίως δοσο-εξαρτημένοι!

Ο τροχός της «τύχης» μας, δείχνει «κάτω». Δεν είμαστε στο 2004 των Ολυμπιακών Αγώνων, της ανέλπιστης νίκης στο Euro, της ανάπτυξης, των μεγάλων έργων, της επιχειρηματικής και κυρίως της τραπεζικής διείσδυσης στην βαλκανική ενδοχώρα… Το τραπέζι «σκουπίστηκε», το ημερολόγιο δείχνει 2015 κι ο εφησυχασμός είναι κακός σύμβουλος για τον ελληνικό λαό, που ψηφίζει με την ελπίδα να πάρει, έστω και λίγο, τα «πάνω» του.

Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να επιχειρήσουμε να ανακτήσουμε, τουλάχιστον ως ένα βαθμό, τον εθνικό έλεγχο. Κι αυτό απαιτεί να ενωθούν «πολλά χέρια», ανάμεσα σε αυτούς που δεν είναι ούτε οι «πάντα πάνω», ούτε και οι «μονίμως κάτω».

Μην «σκοτώνεστε» λοιπόν, σύντροφοι κι αδέρφια! Διότι το «New Deal» πρέπει πρώτα να το πετύχουμε εσωτερικά για να το διεκδικήσουμε κι έξω. Κι αν «σκοτώνεστε» για τις εντυπώσεις, μετά δεν θα μπορείτε να το περάσετε εύκολα «στους κόσμους σας», διότι ούτε καλούς επικοινωνιολόγους έχετε. Οι αντιθέσεις όμως θα πρέπει αρθούν αμοιβαία στο επίπεδο μιας ανώτερης σύνθεσης, δηλαδή σε μια δημοκρατική και αποτελεσματική διακυβέρνηση της χώρας.

Διανύουμε την «εβδομάδα της επιτάχυνσης» και η φορά των πραγμάτων δείχνει ρεύμα αυτοδυναμίας του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο αυτό από μόνο του δεν φτάνει. Απαιτείται εθνική σύγκλιση και κοινωνική ευθυγράμμιση στους στόχους της νέας ελληνικής κυβέρνησης καθώς η διαπραγμάτευση που θα γίνει με τους δανειστές (και όχι μόνο) θα είναι εκ των προτέρων «κεκλιμένη» υπέρ τους. Αυτό ενδέχεται να έχει εξαιρετικά δυσάρεστες συνέπειες, αν δεν αντιμετωπιστεί με «κεντρομόλο δύναμη» από ελληνικής πλευράς. Η επίδειξη αυτής της δύναμης, όπως και κάποιες πρώτες «μικρές νίκες», είναι η ικανή και αναγκαία συνθήκη για να βγουν στο προσκήνιο και «σύμμαχες» δυνάμεις. Αλλιώς δεν γίνεται…

Κανένας εφησυχασμός, λοιπόν. Είναι η ώρα για ανοιχτά μυαλά και ανοιχτά μάτια. Είτε ως πολιτική επιλογή, είτε ως ηθική υποχρέωση, είτε ως πατριωτική στάση, είτε ακόμη και ως ωφελιμιστική αντίληψη, πρέπει να συνειδητοποιηθεί πως αληθινά μεγάλους στόχους μπορούμε να πετύχουμε μόνο με το τρόπο που μας έμαθε η Ιστορία: «Αλέξανδρος και οι Έλληνες, πλην Λακεδαιμονίων».

ΥΓ: Το να ζητάς το αδύνατο, μπορεί να σε κάνει μεγάλο λαϊκό ήρωα. Τέτοιος ήταν ο Άρης Βελουχιώτης. Το να ξέρεις τι να ζητάς, μπορεί να σε κάνει μεγάλο εθνικό ηγέτη. Τέτοιος ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Το να ξέρεις να ζητάς το αδύνατο, μπορεί να σε κάνει «Ανδρέα Παπανδρέου», ήταν κατηγορία μόνος του ο αείμνηστος. Το να ξέρεις να ζητάς το αδύνατο με τρόπο που να το παίρνεις κιόλας, μπορεί να μεταμορφώσει τον «μικρό Αλέξη» σε …Μέγα Αλέξανδρο. Αρκεί να βγουν και τα «μαγικά» στη «μαμά», την «Ολυμπιάδα». Ο «χορός» πάντως ξεκίνησε. Οπότε Αλέξη, «ξεκόλλα»… γίνε Αλέξανδρος!

Πρώτη δημοσίευση: Rizopoulos Post