Η αντιευρωπαϊκή Γερμανία


H οικονομική κρίση του 2008 στις ΗΠΑ εξάχθηκε στην Ευρώπη μέσω των αδύναμων κρίκων του ευρωσυστήματος όπως η Ελλάδα και οι άλλες χώρες του μεσογειακού νότου. Και στα χρόνια που μεσολάβησαν η οικονομική κρίση μετατράπηκε σε κοινωνική και εν τέλει πολιτική.
Η πολυμέρεια και η διακρατικότητα μοιάζουν πλέον με σύντομο ανέκδοτο καθώς οι εθνικές κυβερνήσεις στην Ε.Ε υποχρεώνονται να ακούνε προσεκτικά τη φωνή του Βερολίνου. Η «γερμανική Ευρώπη» είναι το μείζον πολιτικό πρόβλημα που δημιούργησε η αντι-ευρωπαϊκή Γερμανία.
Παρά τη ρητορική της γερμανικής ηγεσίας να πείσει πως ό,τι εφαρμόζει το εφαρμόζει αφοσιωμένη στην ενότητα και τη δέσμευση για το ευρωπαϊκό σχέδιο και όραμα, η πολιτική της σκληρής λιτότητας ενδυναμώνει τη δική της θέση εις βάρος των άλλων μελών της Ένωσης. Η κρίση του ευρώ έδωσε φτηνό χρήμα με μηδενικά επιτόκια στη Γερμανία καθώς την ώρα που ίδια έκανε ό,τι μπορούσε για να μοιάζουν με «σκουπίδια» τα κρατικά ομόλογα των χωρών που βρίσκονταν στη δίνη της κρίσης, τα γερμανικά κρατικά ομόλογα θεωρούνταν «ασφαλές καταφύγιο».
Την ίδια στιγμή, όταν στους ευρωπαϊκούς λαούς το κυρίαρχο ζητούμενο καταλήγει να είναι η επιβίωση, μετασχηματίζονται οι αντιλήψεις και συρρικνώνονται οι θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αξίες. Ο πολιτισμός – και ό,τι διεκδικούν οι Ευρωπαίοι ως τέτοιον- παραχωρεί τη θέση του σε ενστικτώδεις φόβους. Οι δημοκρατίες αναδιπλώνονται. Το κοινωνικό κράτος κατακερματίζεται. Η ηθική του ευρωπαϊκού πνεύματος εξαχνώνεται.
Το παράδοξο είναι ότι η Γερμανία γνωρίζει πολύ καλά τις αρνητικές μεταλλάξεις που συμβαίνουν όταν οι ευρωπαϊκοί λαοί μετατρέπονται σε πληθυσμιακά σύνολα νεόπτωχων. Ο εκφασισμός της Ευρώπης, που έχει αρχίσει να διαφαίνεται, επαναφέρει μελανές εικόνες ενός παρελθόντος, το οποίο οι παλαιότερες γενιές είχαν πιστέψει ότι έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Τώρα, μετατρέπεται σε οδυνηρή πιθανότητα.
Η ίδια η Γερμανία βίωσε τη ναζιστοποίηση λόγω των ανυποχώρητων κυρώσεων που έπρεπε να πληρώσει η χώρα μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Γερμανία επίσης έχει στην πλάτη της τον μεγαλύτερο των πολέμων μέχρι σήμερα. Τον φρικώδη Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρά ταύτα, ο γερμανικός οικονομικός εθνικισμός οδηγεί την Ευρώπη σε μια ιστορικά επικίνδυνη μεταστροφή με εφιαλτική κατάληξη.
Το ζήτημα δεν είναι πλέον αν η Γερμανία μπορεί αλλά αν θέλει να στηρίξει το ευρωπαϊκό όραμα και τη δημοκρατική Ευρώπη. Κάτι που πλέον αμφισβητείται έντονα, καθώς η γερμανική ηγεσία και η οικονομική ελίτ της χώρας για μια ακόμα φορά στην ιστορία κατευθύνονται – έστω και με οικονομικούς όρους – προς την πολεμική κατάκτηση και όχι την ειρηνική συνύπαρξη.

πρώτη δημοσίευση:RIZOPOULOS POST

Τράπεζες: Η «καρφίτσα» στο «μπαλόνι» της κυβέρνησης

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ, το ελληνικό δημόσιο χρέος το 2002, το έτος που ενταχθήκαμε στην ευρωζώνη, ανερχόταν σε 150 δισ. ευρώ. Σήμερα, σύμφωνα με το National Debt Clock.Org το χρέος της χώρας μας ανέρχεται σε περίπου 342 δισ. ευρώ.

Με συνυπολογισμό του PSI του 2012, του «κουρέματος» του χρέους των 52 δισ. ευρώ που επιβάρυνε κυρίως ελληνικά ομόλογα, ιδιωτικά και δημόσια, το πραγματικό επίσημο χρέος σήμερα ανέρχεται σε 394 δισ..

Αυτός ο υπερδιπλασιασμός του εθνικού χρέους σε μόλις 16 χρόνια συνιστά μια προφανή ιστορική αποτυχία. Το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης γι αυτή την αποτυχία φέρουν οι τράπεζες, οι οποίες όλη την περίοδο της «ευρωφούσκας» λειτούργησαν πέρα κι έξω από κάθε έννοια ορθολογικότητας, νομιμότητας και διαφάνειας, ενισχύοντας την αλόγιστη πιστωτική επέκταση, μεγεθύνοντας τις προσωπικές περιουσίες μεγαλομετόχων και υψηλόβαθμων στελεχών τους και χρηματοδοτώντας αφειδώς τη «λειτουργία» του πολιτικού συστήματος και των Media που το στήριζαν και το αναπαρήγαγαν.

Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθούν με «άδεια ταμεία» και πολλούς «σκελετούς στην ντουλάπα», να χρειαστούν διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις που μετατρέπονταν σε δημόσιο χρέος, να συγκεντροποιηθούν σε 4 «συστημικές» τράπεζες με την πλειοψηφία των μετοχών τους στο δημόσιο μέσω ΤΧΣ και να καταλήξουν -κατά την τρίτη ανακεφαλαιοποίηση επί των ημερών της σημερινής κυβέρνησης- να εκποιηθούν σε εξευτελιστικό τίμημα σε ξένα funds, συνιστώντας παγκόσμιο παράδειγμα επιθετικής ιδιωτικοποίησης δημόσιας περιουσίας.

Παρά ταύτα, οι τράπεζες γίνονται σήμερα η «καρφίτσα» που σκάει το «μπαλόνι» του αφηγήματος «επιστροφή στην κανονικότητα». Το sell off της περασμένης Τετάρτης που είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν οι τράπεζες πάνω από 500 εκ. ευρώ δεν ήταν απλά μια κερδοσκοπική επίθεση, όπως υποστήριξε ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος. Ήταν μια προειδοποίηση για τα χειρότερα καθώς επρόκειτο για τη μετάφραση στη «χρηματιστηριακή γλώσσα» των όσων έχουν πει από τα μέσα του καλοκαιριού κι έπειτα το ΔΝΤ, η Κομισιόν, οι «οίκοι αξιολόγησης» και η Goldman Sachs.

Όταν μια τράπεζα κυνηγάει στα τηλέφωνα από τις 9 το πρωί μέχρι τις 9 το βράδυ την καθυστέρηση μιας δόσης στεγαστικού 120.000 ευρώ ή όταν απροειδοποίητα κατάσχονται ποσά από λογαριασμούς συντάξεων ή μισθοδοσίας για καταναλωτικά 2 ή 3 χιλιάδων ευρώ, αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς την επιθετικότητα με την οποία θα κινηθούν στο ζήτημα των «κόκκινων δανείων», η «επίλυση» του οποίου είναι στρατηγική προτεραιότητα των δανειστών και θα πρόκειται για εξέλιξη που θα αναδιατάξει πλήρως την ελληνική αγορά.

Αυτό ακριβώς φοβάται η κυβέρνηση και προσπάθησε μέχρι σήμερα να καθυστερήσει αυτή τη δραματική μεταμόρφωση του τοπίου σε πολλούς κλάδους, από το λιανεμπόριο και τις φαρμακευτικές μέχρι τις ξενοδοχειακές μονάδες και τη ναυτιλία. Περιουσίες θ” αλλάξουν χέρια αντί «πινακίου φακής». Αλλά τα funds γι αυτό μπήκαν στις τράπεζες και όχι γιατί πίστεψαν ποτέ στη μακροοικονομική βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας.

Για την κυβέρνηση ήρθε η ώρα να πιεί όλο το «πικρό ποτήρι» των κόκκινων δανείων -οι κυβερνητικές σκέψεις για δημιουργία μιας Bad Bank έπεσαν ήδη στο κενό – αλλιώς θα ρισκάρει να ανάψει πράσινο φως για ένα νέο κύκλο αποσταθεροποίησης της ελληνικής οικονομίας που θα εξανεμίσει κάθε προσδοκία ανάκαμψης.

Φαίνεται πως η συνειδητοποίηση αυτής της πραγματικότητας οδήγησε στην αφαίρεση του χαρτοφυλακίου των τραπεζών από τον Γιάννη Δραγασάκη και την ανάληψή του από τον Αλέκο Φλαμπουράρη. Μπορεί ο τελευταίος να είναι λίγο έως πολύ άσχετος με τα τραπεζικά, αλλά μήπως αυτός δεν είναι ο ιδανικός ορισμός της κρατικής εποπτείας κατά τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη;

πρώτη δημοσίευση: RIZOPOULOS POST

Κυριακάτικο απόγευμα

Τα κυριακάτικα απογεύματα είναι ο κατ’ εξοχήν χρόνος αναμονής. Είναι χρόνος για να ταΐσεις γατιά ή για να παρακολουθείς αφηρημένα μια χαζή κινηματογραφική ταινία. Τίποτα αληθινά σημαντικό μέσα σε ένα ακίνητο σύμπαν, με το οποίο διατηρούμε μια σχέση λατρείας και μίσους. Το λατρεύουμε γιατί φοβόμαστε τις εκπλήξεις, το μισούμε γιατί ξέρουμε πως η ακινησία μας τρώει τα σωθικά, αφού στην πραγματικότητα «τα πάντα ρει, μηδέποτε κατά τ’ αυτό μένειν…» που είπε κι ο «σκοτεινός» Ηράκλειτος, φωτίζοντας κατά δύναμη το αίνιγμα του Κόσμου.
Ο μόνος «έντιμος συμβιβασμός» μέσα σε αυτή την πόλωση λατρείας /μίσους, είναι το «κυριακάτικο απόγευμα». Όχι σαν ένα χρονικό σημείο αναφοράς αλλά σαν «κατάσταση του μυαλού». Να περιμένουμε, έτσι όπως το περιέγραψε ποιητικά ο Α. Εμπειρίκος:
Θα περιμένουμε λοιπόν ακόμα,
Σήμερα κι αύριο και μεθαύριο
Θα περιμένουμε το τραίνο πάντα
Γιατί δεν είναι δυνατόν να μην περάσει.