ΣΟΥΣΑΜΙ ΑΝΟΙΞΕ…!

"Εάν θέλεις να λάμπεις σαν την ημέρα, να καις πάντα την ύπαρξή σου που μοιάζει με τη νύχτα" Τζελαλεττίν Ρουμί

Λοιπόν μια και τα θρησκευτικά, οι αμβλώσεις και το «τι παιδί θα βγει» είναι στην «ατζέντα», είναι ώρα να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους.
Ο Αδάμ ήταν εύκολο να δημιουργηθεί. Πήρε ο Θεός λίγο πηλό τον έπλασε, τον φύσηξε και άντε γειά σου. Έτοιμος για δρόμο. Αλλά όπως τον έβλεπε έτσι μόνο του, σκέφτηκε να του φτιάξει το άλλο του μισό, που μάλιστα θα ήταν καλύτερό του, για να τον αποζημιώσει για όλη αυτή τη λύπη της μοναξιάς που τον είχε αφήσει να νιώσει.
Ο Θεός σχεδίασε τη Εύα. Πρόσεξε κάθε λεπτομέρεια ώστε να γίνει τέλεια. Αλλά όταν φύσηξε το τελειότερο δημιούργημά του, δεν έγινε τίποτα. Φυσούσε και ξαναφυσούσε αλλά η Εύα έμενε ασάλευτη.
Ο Θεός ήταν σε απόγνωση, σκυμμένος πάνω από τον πάγκο εργασίας του τσεκάροντας και ξανατσεκάροντας όλες τις τεχνικές λεπτομέρειες. Ήταν άψογες. Αλλά η Εύα δεν ζούσε. Εν τω μεταξύ ο Αδάμ είχε «τακιμιάσει» με τους πιθήκους.
Ο Θεός άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Πήγαν πουλιά και πρότειναν λύσεις αλλά καμία δεν αποδείχθηκε σωστή. Πήγε το φίδι και είπε πως μέσα στη Εύα ζει ένας βάτραχος κι όταν φυσάει ο Θεός όλη την ενέργεια την παίρνει αυτός, δηλώνοντας το φίδι την καλή του θέληση να μπει μέσα στην Εύα να φάει τον βάτραχο. Αλλά ο Θεός δεν τον άφησε γιατί ήταν σίγουρος πως ακόμη κι αν υπήρχε βάτραχος και τον έτρωγε, το φίδι θα καθόταν για πάντα μέσα στο τελειότερο πλάσμα του.
Όταν κάθε προσπάθεια αποδείχθηκε μάταιη, μόνο τότε εμφανίστηκε η μάνα του Θεού. Αλλά ο Θεός δεν ήθελε να ανακατευτούν τα μάγια της μάνας του στις δικές του δουλειές κι ήταν πολύ επιφυλακτικός στην προθυμία της να τον βοηθήσει.
Οι μέρες περνούσαν και η Εύα ασάλευτη. Ώσπου ένα πρωινό εμφανίζεται ένα αλλόκοτο ζώο με ραβδώσεις στο σώμα που δεν το είχε ξαναδεί κανένας. Και το ακόμη πιο αλλόκοτο ήταν πως κρατούσε στο στόμα ένα μικρό ανθρωπάκι, ένα μωρό. Ο Θεός κατάλαβε αμέσως πως είναι δουλειά της μάνας του. Στην εμφάνιση του παράξενου ζώου με το μωρό στο στόμα κάθε άλλο πλάσμα κρύφτηκε και έπαψε να κινείται. Μαζί και ο Αδάμ με τους πιθήκους.
Το ζώο πλησίασε την Εύα και ακούμπησε πάνω της το μωρό. Και τότε τα μάτια της Εύας άνοιξαν.
Ο Θεός έκανε μερικά βήματα να πλησιάσει αλλά ο βρυχηθμός του ζώου τον τίναξε πολλά μέτρα μακριά, συμπαρασύροντας τον Αδάμ που ακολουθούσε έχοντας βγει από την κρυψώνα των πιθήκων.
Η Εύα ζούσε αλλά ο Θεός ήθελε να κάνει τα παράπονά του στη μάνα του. «Είναι η Τίγρης» του είπε καθησυχαστικά. «Είναι η Προστάτιδα του Παιδιού του Ανθρώπου.».
Ο Θεός ήταν ανένδοτος. Πρέπει να εξαφανιστεί. Ακόμη κι αν πάψει να ζει η Εύα. Δεν θα μπορούσε ποτέ να κουμαντάρει ένα τέτοιο ζώο που άνοιξε το στόμα του και τον έστειλε κάτι μέτρα μακριά. «Πρέπει να εξαφανιστεί. Τελεία και παύλα» επανέλαβε ακόμη πιο αυστηρά. Η μάνα του Θεού έκατσε στην κουνιστή πολυθρόνα της και πέρασε τα χέρια της πάνω από το κεφάλι της πλέκοντας τα δάκτυλα μεταξύ τους. «Ο,τι πεις…». Του χαμογέλασε με έκδηλα προσποιητή τρυφερότητα.
Ο Θεός επέστρεψε να δει τι συμβαίνει στην Εύα. Την είδε να βυζαίνει το μωρό της και τον Αδάμ δίπλα της να χαζεύει τα μαλλιά της. Στα πόδια της ήταν κουλουριασμένο ένα άγνωστο ζώο που είχε ραβδώσεις μεν όπως η καταραμένη Τίγρης αλλά το μέγεθός της ήταν τέτοιο που δεν προκαλούσε ανησυχία. Τουλάχιστον με την πρώτη ματιά.
«Είναι η γάτα μας» είπε χαμογελαστή στο Θεό η Εύα ενώ από το βάθος της χαράδρας ακούστηκε ο βρυχηθμός που έκανε τον Αδάμ να τρέξει να κρυφτεί στους πιθήκους και το αίμα του Θεού να παγώσει από την ανησυχία.
(μια ελεύθερη απόδοση από τους «Μύθους του Πρώιμου Κόσμου» του Ted Hughes)

Ζούμε την πιο αποπολιτικοποιημένη προεκλογική περίοδο της σύγχρονης ιστορίας. Από τη μια οι «πολλοί» και από την άλλη οι «καλοί». Κι αυτό ασφαλώς δεν είναι καθόλου τυχαίο όταν η απεύθυνση αφορά ακροατήρια που σε συντριπτικά ποσοστά είναι εξοικειωμένα περισσότερο με το FACEBOOΚ παρά με οποιοδήποτε από τα μεγάλα ζητήματα (ανάπτυξη, οικονομία, εθνικά θέματα, ρόλος Ε.Ε, νέες τάσεις στην παγκοσμιοποίηση, κλπ). Η κρίση για πρόσωπα είναι πάντα πιο «ξεκούραστη» από τις κρίσεις για αντικειμενικά προβλήματα, τα οποία κινούνται σε πολύ υψηλό βαθμό συνθετότητας και πολυπαραγοντικότητας.
Όσο πιο αχανής και πολύπλοκος είναι ο κόσμος τόσο πιο σημαντικές είναι οι απλοποιήσεις. Αν έχουμε τους «σταρ», μειώνουμε την πολυπλοκότητα του κόσμου μέσω της εμπιστοσύνης στα πρόσωπα. Η σύγχρονη πολιτική δεν εκτίθεται στο κοινοβούλιο αλλά στις κάμερες των smartphones.
Στις ψηφιακές δημοκρατίες η πολιτική μοιάζει όλο και περισσότερο με multiple choice. Δεν είναι ανάγκη να γνωρίζουμε όλη την απάντηση για κάθε ερώτημα. Αρκεί να βρίσκουμε τον Κυριάκο «καλό» και τον Τσίπρα «κακό» ή τον Αλέξη «καλό» και τον Κούλη «κακό». Περισσότερες πληροφορίες θα προκαλούσαν απλώς μεγαλύτερη σύγχυση. Γι αυτό και ουδόλως νοιάζεται η κοινωνία για κανένα debate.
Από την πολιτική συζήτηση έχουμε μπει στη «ζώνη» της συναισθηματικής διαχείρισης πραγμάτων που στην πραγματικότητα δεν μπορεί κανείς να διαχειριστεί και το μόνο που κρίνεται κάθε φορά είναι η ικανότητά του να σχηματίσει το εκλογικό κεφάλαιο ελπίδας πως θα το κάνει.
Με αυτούς τους όρους οι «καλοί» έχουν προβάδισμα έναντι των «πολλών», η προδοσία των οποίων έχει συντελεστεί προ πολλού.

To ΚΙΝΑΛ δεν είναι ΠΑΣΟΚ. Αν ήταν ΠΑΣΟΚ αν μη τι άλλο θα είχε καταφέρει να εκλεγεί ευρωβουλευτής ο γιος του ιδρυτή του. Όμως δεν είναι. Το ΠΑΣΟΚ έκλεισε τον ιστορικό κύκλο του με πρόεδρο τον Ευάγγελο Βενιζέλο. Ό,τι μένει είναι ένα «κλαμπ» στελεχών που κάτω από διαφορετικές επωνυμίες (Ελιά, Δημοκρατική Συμπαράταξη, ΚΙΝΑΛ, κλπ) προσπαθεί να εμφανίσει σαν ζωντανό κάτι που έχει πεθάνει. Κι αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα: Ο μεγαλοϊδεατισμός μεταξύ των στελεχών αυτών πως θα γίνει κάποιο «θαύμα» και το «διασωληνωμένο» ΠΑΣΟΚ που υποστηρίζεται μηχανικά, ξαφνικά θα σηκωθεί και θα αρχίσει να «τρέχει».
Το «θαύμα» σίγουρα δεν έγινε στις ευρωεκλογές. Ούτε διψήφιο ποσοστό συγκέντρωσε, ούτε στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ καταγράφηκε. Κι αφού δεν έγινε στις πιο χαλαρές ευρωεκλογές είναι αδύνατο να γίνει στις πολωμένες εθνικές.
Η εμμονή αυτή όμως στη μη αποδοχή του ιστορικού τέλους του ΠΑΣΟΚ οδηγεί το ΚΙΝΑΛ στο να μην μπορεί να παίξει έναν χρήσιμο ρυθμιστικό ρόλο για τη χώρα. Σήμερα ακούγονται διάφορες χαζομάρες πως το ΚΙΝΑΛ μετά τις εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου ( πιθανότατα) θα περιμένει να πάρει την τρίτη εντολή, στο βαθμό βέβαια που καταφέρει να έχει ένα ποσοστό αντίστοιχο με αυτό των ευρωεκλογών. Και θα πάρει την τρίτη εντολή για να προτείνει να σχηματιστεί κυβέρνηση εθνικής συνεννόησης με τη συμμετοχή ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ. Και μετά ξύπνησαν….
Το μόνο πρακτικό αποτέλεσμα που θα έχει αυτή η στάση του ΚΙΝΑΛ είναι να μπει η χώρα σε μεγάλες περιπέτειες. Διότι η πρότασή του είναι παράλογη και δεν είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτή. Θα πάμε λοιπόν – ντάλα καλοκαίρι – ξανά σε εκλογές. Με απλή αναλογική μάλιστα αυτή τη φορά. Κι όταν ήδη θα έχουν αρχίσει οι πάντες στον υπόλοιπο κόσμο να μιλάνε για αποσταθεροποίηση και ρευστότητα, όταν θα βαράνε τα νταούλια των αγορών και τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων θα τραβάνε ξανά την ανηφόρα, όταν οι οίκοι αξιολόγησης θα βγάζουν κόκκινες κάρτες και οι δανειστές θα αρχίζουν τις επικριτικές δηλώσεις και φτου κι από την αρχή. Για να γίνει στο τέλος τι; Θα αναστηθεί μήπως το ΠΑΣΟΚ; Όχι βέβαια. Πιθανότερο θα είναι να ενισχυθεί ακόμη πιο πολύ ο Βελόπουλος με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για τις διαθέσιμες επιλογές που θα μένουν στη ΝΔ προκειμένου να σχηματίσει κυβέρνηση μετά και τις δεύτερες εκλογές.
Το ΚΙΝΑΛ μπορεί να κάψει το σενάριο, σταματώντας να λέει παλαβά πράγματα. Ας πει κάτι λογικό. Ας πει ότι θα συνεργαστεί με το πρώτο κόμμα που θα είναι η ΝΔ, προκειμένου η χώρα να μη βρεθεί ακυβέρνητη στα κύματα. Ή ας πει ότι υπάρχει έδαφος για συνεργασία μόνο με τον ΣΥΡΙΖΑ, στη βάση της τάσης που υπάρχει συνολικά στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Ας πει κάτι λογικό όμως. Κι ας πάψει να παριστάνει τον τρελό του χωριού. Έλεος!


Εξ ενστίκτου και μόνον υποστηρίζω πως στις προσεχείς αυτοδιοικητικές και ευρωπαϊκές εκλογές θα δούμε παράξενα πράγματα. Μπορεί μέσα στην ναρκισσιστική αυταρέσκεια των κομματικών μηχανισμών να επικρατεί κλίμα «κανονικότητας» , στην κοινωνία όμως τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Απλώς η σιωπή είναι μη μετρήσιμο μέγεθος, όσο παραμένει τέτοια.
Η μισή κοινωνία είναι σιωπηλή. Αντιλαμβάνεται τη συναισθηματική χειραγώγηση που επιχειρεί η πολιτική επικοινωνία για να καταστήσει ενδιαφέρουσα την αντιπαράθεση Μαρινάκη – Βαξεβάνη, καθώς επί της ουσίας γι αυτό πρόκειται. Αλλά αν η κοινωνία πίστευε πως αυτή η αντιπαράθεση την αφορά θα εκτόξευε την κυκλοφορία των «Παραπολιτικών» και του «Documento». Εξ όσων γνωρίζω δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο.
Παρ’ όλα αυτά το πολιτικό σύστημα επιμένει να αναπαράγει στο διηνεκές το ματσάκι «Ολυμπιακός – Παναθηναικός» (προσαρμοσμένο στις εκάστοτε συνθήκες) διότι μόνο αυτό ξέρει να κάνει. Φως και Σκότος. Και κάθε φορά «νικάει το φως» και κάθε φορά οι πολλοί μένουν στο «μαύρο σκοτάδι».
Αυτή η κρίση εμπιστοσύνης δεν αποκαθίσταται με την επανάληψη των ίδιων πολιτικών παιχνιδιών «μηδενικού αθροίσματος». Η κοινωνία ζητάει λύσεις και το θέαμα που προσφέρεται δεν τη συγκινεί στο παραμικρό, καθώς οι λύσεις που ζητάει είναι λύσεις επιβίωσης με αξιοπρέπεια. Υπαρξιακές δηλαδή.
Όσο το πολιτικό σύστημα «βολεύεται» με τον μηντιακό πόλεμο στις οθόνες των υπολογιστών μας και των κινητών μας, αμήχανο στην πραγματικότητα να προτείνει κάτι που να μπορεί ένας μέσος σκεπτόμενος άνθρωπος να πιστέψει, τόσο πιο εκτεθειμένη αφήνει την κοινωνία στο να υποστεί ένα εξαιρετικά δυσάρεστο μέλλον. Κι αυτό η μισή κοινωνία τουλάχιστον το καταλαβαίνει.
Τώρα το πως θα αντιδράσει αυτή τη φορά μπροστά στους κινδύνους που διαισθάνεται, ούσα αποξενωμένη από το πολιτικό σύστημα , είναι αυτό που θα δημιουργήσει εκλογικά παράδοξα κυρίως στο ρευστό πεδίο της αυτοδιοίκησης, χωρίς να αποκλείεται και ένα έντονο αποτύπωμα στο αποτέλεσμα των ευρωεκλογών.
Το γεγονός, ας πούμε για παράδειγμα, ότι κανένα κόμμα δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το πως θα αντιμετωπιστούν οι «μαύρες τρύπες» όλων των ασφαλιστικών συστημάτων της Ευρώπης από τη ραγδαία επέκταση της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης στην παραγωγική διαδικασία δεν περνάει τόσο απαρατήρητο όσο θέλουν να νομίζουν. Ή πως υπάρχει μια δυσκολία στο να αναγνωριστεί πως για να υπάρχει ανθρώπινο μέλλον πρέπει να υπάρχει και πλανήτης και ο καθένας πρέπει να πληρώνει το μερίδιο που του αναλογεί για να υπάρχει γη που θα μεγαλώσουν κι άλλες γενιές ανθρώπων.
Η μισή κοινωνία εξακολουθεί να σκέφτεται. Στη σιωπή. Όπως πριν από ένα μεγάλο Big Bang.

YΓ: Η υποψηφιότητα του Αλέξη Γεωργούλη είναι η απόδειξη πως ο πολιτικός ανταγωνισμός στην πραγματικότητα δεν είναι παρά η συναισθηματική διαχείριση πραγμάτων, τα οποία έχουν καταστεί πλέον μη διαχειρίσιμα.


Απόγνωση. Μπορεί και εκδίκηση. Μικρή σημασία έχει. Η χθεσινή παιδοκτονία και αυτοκτονία είναι δικαίωση του Νίκου Καρούζου. Αυτού του «ποιητή Β'» σύμφωνα με την κατάταξη του Υπουργείου Πολιτισμού της Ελλάδας, ο οποίος αν και δεν πρόλαβε το «θαύμα» που ακολούθησε τη δεκαετία του 90 και μετά, είχε δει όμως αρκετά για να αποφανθεί πως «η κόλαση λοιπόν είν’ η πατρίδα μας». Τώρα φαίνεται ξεκάθαρα. Όταν μια μάνα ρίχνει το παιδί της από τον 5ο και βουτάει μετά εκείνη, δεν μπορεί να είναι «σαν να μπαίνει η Άνοιξη στα ξαφνικά». Στην κόλαση δεν υπάρχει Άνοιξη.
Αλλά η βουτιά στο Νέο Κόσμο δεν είναι μόνο ατομικό συμβάν. Ζούμε σε ενδιαφέροντες καιρούς, όπως λένε οι Κινέζοι. Ζούμε την εποχή των τεράτων, ακολουθώντας τη συλλογιστική του Γκράμσι. Η βουτιά είναι ιστορική. Απόγνωση κι εκδίκηση παντού. Στην Ουτρέχτη. Στη Ν. Ζηλανδία. Στο φλεγόμενο Παρίσι. Είναι τα πρόδρομα συμπτώματα ενός Νέου Κόσμου που δεν ξέρουμε πως θα μοιάζει. Σίγουρα όμως δεν θα είναι αυτός στον οποίο γεννηθήκαμε. Δεν ξέρουμε καν αν θα είναι ανθρώπινος ή θα πρέπει να μιλάμε για μετα-ανθρώπινο κόσμο στην απόλυτη εξουσία των αλγορίθμων και των ψυχοφαρμάκων.
Η ζωή χρησιμοποιεί την ειρωνεία έτσι ώστε να αντιλαμβανόμαστε το μέτρο μας μέσα σε ένα μη ανθρωπο-κεντρικό σύμπαν. Αλλά αυτό πληγώνει τον προσωπικό ναρκισσισμό μας και το μήνυμα μένει «αδιάβαστο». Όταν το «μπροστά» σημαίνει πλέον «βουτιά», τότε σίγουρα κάτι έχει πάει πολύ λάθος. Ο Νέος Κόσμος που αναδύεται στις οθόνες των έξυπνων κινητών μας δεν είναι το happy end της ιστορίας. Εnd, μπορεί. Happy, με τίποτα. Τουλάχιστον για όσους/ες δεν προλάβουν μέσα στον ίλιγγο του κενού να βγάλουν φτερά. Είτε σαν άγγελοι, είτε σαν δαίμονες.

Αρέσει σε %d bloggers: