Ο κατεψυγμένος μπακαλιάρος και η αναζήτηση εθνικού αφηγήματος

Φτάσαμε στα 197 χρόνια και σε λίγο θα συμπληρωθούν τα 200 από την επανάσταση του 1821, η οποία αποτέλεσε την αφετηρία διαμόρφωσης του Νέου Ελληνισμού,  με βάση τα δυτικά πρότυπα πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής συγκρότησης. Κι αυτό αποδείχθηκε ευλογία και κατάρα.

Ευλογία μεν γιατί η σύγχρονη Ελλάδα αποτελεί έκτοτε αναπόσπαστο τμήμα της ευρωπαϊκής ιστορίας με όλα τα υλικά πλεονεκτήματα που αυτή η θέση  συνεπάγεται για την οικονομία και την κοινωνία της χώρας.

Την ίδια στιγμή όμως αποτέλεσε και κατάρα. Το έχει επισημάνει με οξυδερκή τρόπο και σε ανύποπτο χρόνο, ένας εκ των κορυφαίων ποιητών μας, ο Οδυσσέας Ελύτης. Λέει ωραία σε μια συνέντευξή του,  στην εφημερίδα «Ελευθερία» το 1958: » Από τι πάσχουμε κυρίως; Θα σας το πω αμέσως: από μία μόνιμο, πλήρη και κακοήθη ασυμφωνία μεταξύ του πνεύματος της εκάστοτε ηγεσίας μας και του «ήθους» που χαρακτηρίζει τον βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό του ελληνικού λαού στο σύνολό του! Έχουμε την τάση να παρουσιαζόμαστε διαρκώς διαφορετικοί απ’ ό,τι πραγματικά είμαστε. Και δεν υπάρχει ασφαλέστερος δρόμος προς την αποτυχία, είτε σαν άτομο σταδιοδρομείς είτε σαν σύνολο, από την έλλειψη της γνησιότητας. Το κακό πάει πολύ μακριά. Όλα τα διοικητικά μας συστήματα, οι κοινωνικοί μας θεσμοί, τα εκπαιδευτικά μας προγράμματα, αρχής γενομένης από τους Βαυαρούς, πάρθηκαν με προχειρότατο τρόπο από έξω, και κόπηκαν και ράφτηκαν όπως  –  όπως επάνω σ’ ένα σώμα με άλλες διαστάσεις και άλλους όρους αναπνοής.».

Η επισήμανση ερμηνεύει πολλά απ’ όσα μεσολάβησαν έκτοτε και κυρίως την παταγώδη αποτυχία του ευρώ για την ελληνική οικονομία. Όμως την ίδια στιγμή συνειδητοποιούμε πως η Ελλάδα μόνη της, δεν είναι παρά ένα μικρό πιόνι στη σκακιέρα ενός μεγάλου παγκόσμιου παιχνιδιού. Με κομμένη την ανάσα λοιπόν παραμένουμε εντός της ζώνης του ευρώ, συνεχίζοντας να κλωτσάμε το τενεκαδάκι προς το μέλλον κι όσο πάει…

Αυτό βέβαια είναι και η αιτία της εθνικής μας κατάθλιψης στην οποία έχουμε βουλιάξει μη ξέροντας τι να κάνουμε επί της ουσίας και πως  να βγάλουμε στην επιφάνεια την αυθεντικότητα των βαθύτερων ψυχικών δυνατοτήτων που μας χαρακτηρίζουν ως λαό.

Πως να συμφιλιώσουμε τη σοφία μιας τρισχιλιετούς  παράδοσης  με την «εδώ και τώρα» παγκοσμιοποίηση των αγορών; Πως να χωρέσει το φιλότιμο στην τεχνητή νοημοσύνη; Πως μπορεί να έχει νόημα και περιεχόμενο η δημοκρατία όταν αναδύονται στο προσκήνιο αυταρχικά καθεστώτα που αναβιώνουν τον ανατολικό αυτοκρατορικό δεσποτισμό (Ρωσία, Τουρκία, Ιράν); Πως εννοούνται τα «εθνικά συμφέροντα» από ένα αποεθνικοποιημένο κράτος; Πως να συλλάβουμε μια  «μεγάλη ιδέα» όταν ακόμη μας κατατρώει ο φόβος από την τραγωδία της τελευταίας φοράς που το επιχειρήσαμε; Πως να ξέρουνε τι μπορούνε να γίνουνε οι νεότερες γενιές, αν δεν ξέρουνε ποιοι είναι; Πως ν’ αποφύγουμε έναν ακόμη  διχασμό,  ο οποίος θα βάλει οριστικά ταφόπλακα στη χώρα;

Οι απαντήσεις δεν είναι ούτε απλές, ούτε εύκολες. Από αυτές όμως θα εξαρτηθεί ό,τι μπορεί ακόμη να ονομάζεται «εθνική αυτογνωσία».  Όσο και να αναβάλλουμε τις απαντήσεις, κουνώντας σημαιάκια στις παρελάσεις και τρώγοντας ήσυχα – ήσυχα τον κατεψυγμένο μπακαλιάρο μας, θα έρθει η στιγμή που θα πρέπει να δοθούν. Όταν δεν συνειδητοποιούμε μια εσώτερη κατάσταση, τότε αυτή  προβάλλεται εξωτερικά σαν μοίρα.

Καλύτερα λοιπόν να απαντήσουμε εγκαίρως και απροκατάληπτα, αφού πρώτα  σταματήσουμε ν’ ακούμε μόνον τι λέει η Μέρκελ, ο Τραμπ, ο Πούτιν κι ο Ερντογάν κι αρχίσουμε ν’ ακούμε περισσότερο ο ένας τον άλλο. Και να το κάνουμε με αρετή και τόλμη, όπως αρμόζει σε ελεύθερους, δηλαδή σε συνειδητούς, ανθρώπους.  Ίσως προλάβουμε να διαμορφώσουμε το αφήγημα που μας λείπει,  το αφήγημα που πραγματικά θα μας κάνει να ξαναπιστέψουμε πως αξίζει να είμαστε Έλληνες,  όχι για αυτά που έχουμε ή δεν έχουμε, αλλά γι αυτό που είμαστε. Και αυτό που είμαστε, είναι ο ιδιαίτερος τρόπος να υπάρχουμε ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Δηλαδή να συνθέτουμε. Πότε με αίμα. Πότε με πνεύμα. Πότε και με τα δυο μαζί.

Πρώτη δημοσίευση: RIZOPOULOS POST

«Απόδραση» στην Αθήνα της Μπελ Επόκ με λεωφορείο ΒΙΑΜΑΞ

Η πρόσκληση ήταν εξόχως συναρπαστική. Ένα ταξίδι στο χρόνο. Μια απόδραση από την τρέχουσα επικαιρότητα στις μνήμες της πόλης. Και μάλιστα απόδραση με ένα συλλεκτικό λεωφορείο ηλικίας 57 χρόνων, ένα λεωφορείο “MadeinGreece” από τη ΒΙΑΜΑΞ, το οποίο πέρα από τη καθημερινή προσφορά του στο επιβατικό κοινό της Αθήνας για 43 ολόκληρα χρόνια είχε και πρωταγωνιστικό ρόλο, το 1968, στην ταινία η «Αρχόντισσα και ο Αλήτης» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Αφορμή στάθηκε η δημοσιογραφική παρουσίαση του βιβλίου «’Εζησα την Αθήνα της Μπελ Επόκ» του Μίλτου Λιδωρίκη που εκδόθηκε και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις POLARIS.

«Ψυχή» όλης της προσπάθειας τόσο για την έκδοση του αρχειακού υλικούτου Μίλτου Λιδωρίκη,  πατέρα του γνωστού συγγραφέα και δημιοσιογράφου Αλέκου Λιδωρίκη,  μέσα από σκόρπιες χειρόγραφες σημειώσεις  όσο και για την πρωτότυπη παρουσίασή του είναι η ΖωζωΛιδωρίκη, Πρόεδρος των Διεθνών Σχέσεων Πολιτισμού, η οποία εργάζεται ακούραστα – και με την ιδιότητα της επικεφαλής της Επιτροπής Πολιτισμού του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου – για τον πολιτισμό και τη διασύνδεσή του με την καθημερινότητα της ζωής αλλά και του επιχειρείν.

Το δρομολόγιο ξεκίνησε από το Ζόναρς. Εκεί που την εποχή για την οποία γράφει ο Μίλτος Λιδωρίκης ήταν οι βασιλικοί στάβλοι κι έτσι από το παράθυρο της οικογενειακής κατοικίας του επί της οδού Πανεπιστημίου 10, ανυπομονούσε κάθε απόγευμα να δει τον βασιλιά Γεώργιο Α’ να επισκέπτεται τα άλογά του.  Για να υπάρχει  μια αίσθηση της γεωγραφίας της πόλης εκείνη την εποχή αξίζει να τονιστεί πως όταν η οικογένεια Λιδωρίκη αποφάσισε να φτιάξει επί της Πανεπιστημίου 10 το σπίτι της, πέσανε πάνω της φίλοι και γνωστοί με το επιχείρημα «που θα πάτε να χτίσετε μέσα στα χωράφια;». Νομίζω αποτελεί την καλύτερη σύνοψη του ελληνικού realestate ως και τις μέρες μας.

Κατηφορίζοντας με το λεωφορείο την Πανεπιστημίου και μπροστά στα έκπληκτα μάτια των περαστικών που αναζητούσαν απευθείας το κινητό τους για να αποθανατίσουν το στιγμιότυπο φτάσαμε Ομόνοια.  Καμία σχέση με τη σημερινή παρακμή. Ήταν τότε ο πόλος ψυχαγωγίας και τεχνών και ακτινωτά γύρω της αναπτύσσονταν θέατρα, «καφέ αμάν», «καφέσαντάν», λέσχες, κλπ.

Βγήκαμε στην Πειραιώς που περιγράφεται σαν ένας χωματόδρομος γεμάτος λακούβεςπου ταλαιπωρούσαν τις ρόδες από τις άμαξες και τα κάρα και κάπως έτσι φτάσαμε ως το Νέο Φάληρο που ήταν η «Μύκονος» της εποχής καθώς αποτελούσε το κοσμικό θέρετρο της αθηναϊκής ελίτ.  Το «Nammos» της αθηναϊκήςμπελεπόκ λεγόταν «Ακταίον».

Σε όλη τη διαδρομή και ανάλογα με το κάθε σημείο που βρισκόμασταν  η ΖωζώΛιδωρίκη διάβαζε τα αντίστοιχα αποσπάσματα του βιβλίου και νοερά μας μετέφερε στο κλίμα μιας άλλης εποχής, πολύ διαφορετικής αλλά και κατά κάποιο τρόπο πολύ ίδιας. Πολιτικοί διχασμοί, κοσμικά σκάνδαλα,  συγγραφείς και ποιητές που άλλοι κέρδιζαν την επιβράβευση κι άλλοι έπιναν το πικρό ποτήρι της αφάνειας, θεατρικοί αστέρες που υπέγραφαν αυτόγραφα, καλλονές που έκλεισαν σπίτια, χρηματιστηριακά παιχνίδια και πυρετός του τζόγου.  Το μοτίβο της καθημερινής ζωής είναι πάντα, πάνω – κάτω,  το ίδιο. Αυτό που αλλάζει είναι οι υλικοί όροι της καθημερινότητας και κυρίως η εξέλιξη της τεχνολογίας. Διότι αν κάποτε τα νεαρά κορίτσια ανυπομονούσαν πότε θα παρουσιαστούν σε κάποιο κοσμικό σαλόνι γνωστής οικογενείας, τώρα το κάνουν στο Facebook, σε αυτό το μεγάλο και ευρύχωρο σαλόνι του Μαρκ Ζάκερμπεργκ.

Ακούγοντας τα αποσπάσματα της λεπτομερούς  περιγραφής στη διάρκεια της διαδρομής,  σκεφτόμουν πως θα ήταν πραγματικά μια καλή ιδέα ο Δήμος Αθηναίων μαζί με τη συνεργασία κάποιου φορέα με εμπειρία στην τεχνολογία, π.χ Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, να συγκεντρώσει βιβλία σαν και αυτό, να αξιοποιήσει το σύνολο των πληροφοριών τους  και μέσα πλέον από την τεχνολογία VirtualRealityν’ αναπαραστήσει τη διαχρονική εξέλιξη της Αθήνας ως πρωτεύουσας του νέου ελληνικού κράτους.

Μπορεί η βιομηχανική Ελλάδα να έσβησε άδοξα όπως μαρτυράει το ελληνικής κατασκευής  λεωφορείο της ΒΙΑΜΑΞ που υπάρχει και κινείται ακόμη χάρη στη φροντίδα των συλλεκτών,αδελφών Χάρη και Βαγγέλη Λαζαρόπουλου στους οποίους και ανήκει, αλλά αν υπάρχει μια ελπίδα για το μέλλον, αυτή  είναι να κερδηθεί τουλάχιστον το στοίχημα της μεταβιομηχανικής επανάστασης των τεχνολογιών επικοινωνίας και πληροφορικής. Όταν εκατομμύρια τουρίστες θα βρεθούν και πάλι το καλοκαίρι στην Αθήνα, δεν καταλαβαίνω γιατί εκτός από την ξενάγησή τους στο χώρο να μην έχουν και την ευκαιρία μιας ξενάγησης στο χρόνο. Με ό,τι οικονομικό όφελος αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Αυτό σημαίνει «έξυπνη πόλη».

Όπως λέει ωραία στον επίλογο του βιβλίου του ο Μίλτος Λιδωρίκης «Όλοι μαζί τα ζήσαμε. Πονέσαμε, προσπαθήσαμε κι αγωνισθήκαμε για το καλύτερο μέλλον. Αγωνιζόμεθα και θα αγωνιζόμεθα πάντοτε για μια μεγάλη, προπάντων ευημερούσα, πατρίδα». Αυτή είναι πιστεύω και η μεγάλη αξία αυτού του βιβλίου. Η έμπνευση για τη συνέχιση αυτού του αγώνα,  με τους σύγχρονους όρους του σήμερα. Κι αυτόακριβώς  είναι η ευθύνη και το καθήκον κάθε γενιάς που αγαπάει τα παιδιά της.

 

Βλαντιμίρ Πούτιν: Άλλο διδάκτορας κι άλλο δικτάτορας!

Το να μιλούν για τον Πούτιν στάζοντας το στόμα τους μέλι διάφοροι επιφανείς ιεράρχες της Εκκλησίας το καταλαβαίνω. Είναι οι ίδιοι  που πάνε  και καταθέτουν μηνύσεις  κατά των συντελεστών της παράστασης Jesus Christ Superstar, γιατί λέει η γνωστή ροκ όπερα παρουσιάζει τον Χριστό ως «χίππι». Και ειρήσθω εν παρόδω,  δεν βρίσκεται ένας χριστιανός να πάει να κάνει μήνυση στους μητροπολίτες που παρουσιάζουν το Χριστό ως χοντρό εξουσιομανή ημίτρελο με χρυσοποίκιλτα άμφια…

Αλλά το να αναγορεύει τον Πούτιν σε επίτιμο διδάκτορα ένα ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της χώρας, ομολογώ πως δυσκολεύομαι να το κατανοήσω και όταν διάβασα τη σχετική είδηση, προς στιγμή πίστεψα πως επρόκειτο για “fake news”. Δυστυχώς όμως δεν είναι. Πράγματι, την Πέμπτη 22. 2 ο πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντίμιρ Πούτιν αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας από το Τμήμα Ιστορίας Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Μάλιστα όπως γνωστοποίησε η ρωσική Πρεσβεία στην Αθήνα,  «η  διοίκηση του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου απένειμε στον Βλαντίμιρ Πούτιν τον ανώτατο ακαδημαϊκό τίτλο για το σύνολο του έργου του και για την προσφορά του στις ελληνορωσικές σχέσεις, τα γράμματα, τις τέχνες, την κοινωνία και τη δημοκρατία». Εδώ γελάνε προφανώς!

Όμως το ζήτημα δεν είναι για γέλια.  Ειλικρινά δεν ξέρω ποια είναι η συνεισφορά του Πούτιν σε όλα τα παραπάνω αλλά ξέρω  τις απόψεις και τις ενέργειές του για την εξόντωση των αντιπάλων του, τον ακραίο εθνικισμό του και η περιφρόνησή του για τη δημοκρατία και τον  δυτικό κοινοβουλευτισμό. Ο Πούτιν δεν είναι ο διάδοχος των  των ηγετών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, όπως θέλουν ορισμένοι να εξιδανικεύσουν το Ρώσο Πρόεδρο. Ο Πούτιν είναι ένας σύγχρονος εκφραστής του φασιστικού δόγματος όπως αυτό έγινε πολιτική θεωρία και πράξη από τον Μουσολίνι. Γι αυτό και δεν χάνει την ευκαιρία να επιτεθεί κατά της ρηχότητας του δυτικού υλισμού, κατά της παρακμής των αξιών, κατά των ομοφυλόφιλων, κατά των γυναικών δίνοντας τη μάχη υποτίθεται για τη σωτηρία της «ρώσικης ψυχής».

Ο «πεφωτισμένος συντηρητισμός», όπως είθισται να τον αποκαλεί ο ρωσικός τύπος γιατί δεν μπορεί να πει κάτι διαφορετικό, δεν είναι παρά ο μουσολινικός φασισμός ντυμένος στα ρώσικα χρώματα. Γι αυτό ακριβώς  και ο Πούτιν, σε ένα παραλήρημα μεγαλείου όπως όλοι οι φασίστες που πιστεύουν πως εκπληρώνουν ένα μεταφυσικό πεπρωμένο,  διεκδικεί για τον εαυτό του το δικαίωμα να ερμηνεύσει με τον δικό του τρόπο τις έννοιες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ελευθερίας της έκφρασης, της δημοκρατίας κλπ,  γεγονός που εξηγεί και την ‘επιλεκτική’ ερμηνεία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, των ομοφυλοφίλων, των γυναικών. Αυτή τη στιγμή είναι νόμιμο στη Ρωσία να δέρνει κανείς τη γυναίκα του κι αυτό από μόνο του τα λέει όλα.

Επίτιμος διδάκτορας λοιπόν ο Πούτιν από ακαδημαικό ίδρυμα μια χώρας που θέλει να προβάλλει τον εαυτό της ως «λίκνο της δημοκρατίας»; Ή αυτά είναι καλά μόνο για να τα λέμε στα λόγια; Σίγουρα η δυτική δημοκρατία έχει σοβαρά προβλήματα και οξυμένες αντιφάσεις. Αλλά η υπέρβαση αυτών των προβλημάτων και των αντιφάσεων δεν θα γίνει με την επιστροφή στο σκοτεινό παρελθόν. Η συνταγή αυτή δοκιμάστηκε στο παρελθόν κι απέτυχε αφήνοντας εκατόμβες νεκρών επί ευρωπαϊκού εδάφους. Το να αναζητείται  ένας «Φύρερ», ένας ηγέτης δηλαδή που δεν σκοτίζεται πολύ για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις διεθνείς συνθήκες, είναι η είσοδος σ’ έναν εφιαλτικό λαβύρινθο. Και τυφλός που οδηγεί τυφλούς είναι όπως πάντα ένας «πολύ μάγκας» που δεν ασχολείται με τις «λεπτομέρειες» του πολιτισμού, της δημοκρατίας  και  του δικαίου μπροστά στη μεγάλη εικόνα του «μεγαλείου του έθνους».

Κατανοητές οι δημόσιες σχέσεις ενός Πανεπιστημίου αλλά όλα πρέπει να έχουν κι ένα όριο, όταν μάλιστα μιλάμε για πνευματικά ιδρύματα. Τα οποία,  αν όχι τίποτε άλλο, οφείλουν στοιχειωδώς να ξεχωρίζουν πως άλλο διδάκτορας κι άλλο δικτάτορας.

Πρώτη δημοσίευση: RIZOPOULOS POST

Πάμε πόλεμο;

«Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα. Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί… Εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προσερχόμενα αντιλαμβάνονται. Η ακοή αυτών κάποτε εν ώραις σοβαρών σπουδών ταράττεται. Η μυστική βοή τους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων… ενώ εις την οδόν έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί», λέει με την ποιητική οξυδέρκειά του ο Κωνσταντίνος Καβάφης.

Σήμερα δεν είναι ανάγκη να είναι κανείς τόσο σοφός για να aκούσει τη βουή ενός πολέμου με την Τουρκία που πλησιάζει. Το καθησυχαστικό «αυτά δεν γίνονται» που αποτέλεσε κυρίαρχη ιδεολογία σε προηγούμενες δεκαετίες φαίνεται πως είναι πλέον ελάχιστα πειστικό.  Άλλωστε και να ήθελε κανείς να κλείσει τ’ αυτιά του, οι δηλώσεις Ερντογάν, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα, μπροστά σ’ έναν αμήχανο Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών. Ο Ερντογάν απαιτεί αλλαγή διεθνών συνθηκών, δηλαδή αλλαγή συνόρων, κι αυτό ποτέ σχεδόν δεν γίνεται χωρίς τη προσφυγή στη χρήση στρατιωτικής βίας.

O μεγάλος  φιλόσοφος   Ιμμάνουελ Καντ,  εξήγησε  πως η «αιώνια ειρήνη» θα παραμένει ένα άπιαστο όνειρο για την ανθρωπότητα όσο θα εξακολουθεί να υφίσταται  ασυμφωνία μεταξύ  πολιτικής και ηθικής.  Μ’ αυτή την έννοια, εφόσον  η πολιτική  στηρίζεται στη σκοπιμότητα και στη ζωώδη ροπή προς την κυριαρχία, δεν μπορεί να είναι ηθική και κατ’ επέκταση ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος ως συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα.

Η πολιτική του Ερντογάν είναι μια κατ’ εξοχήν πολεμική κι ανήθικη πολιτική, όπως μαρτυρούν άλλωστε και οι πρόσφατες εικόνες φρίκης και ντροπής από τη συριακή πόλη Αφρίν. Ανήθικο πόλεμο κάνει όμως και στην ίδια την τουρκική κοινωνία. Μόλις πριν λίγες μέρες μια τουρκάλα δασκάλα πνίγηκε στον Έβρο μαζί με τα δυο παιδιά της, διωκόμενη από την κρατική  τρομοκρατία που έχει εξαπολύσει εναντίον κάθε αντιφρονούντα ο δικτάτορας της Άγκυρας.

Παρ’ όλα αυτά ο Ερντογάν είναι ένας αποτυχημένος. Απέτυχε στη στρατηγική επιδίωξή του να ανασυστήσει τη νεοθωμανική αυτοκρατορία, όπως προέβλεπε το «στρατηγικό βάθος» της σκέψης του Νταβούτογλου. Δημιούργησε περισσότερους εχθρούς από φίλους μεταξύ του αραβικού κόσμου, διέρρηξε τη στρατηγική συμμαχία της Τουρκίας με το Ισραήλ, απομονώθηκε από τη Δύση, θα συμβιβαστεί θέλοντας και μη στην ύπαρξη αυτόνομου Κουρδικού κράτους και οδήγησε τη χώρα του στον διχασμό μετά το πραξικόπημα. Το μόνο που απομένει για την υστεροφημία του είναι να καταφέρει τουλάχιστον να βάλει την Τουρκία στο παιχνίδι των υδρογονανθράκων του Αιγαίου. Και θα κάνει τα πάντα για να το πετύχει, ακόμη και πόλεμο.

Κι εμείς; Εμείς προς το παρών κάνουμε πως «δεν τσιμπάμε». Στην πραγματικότητα η  ελληνική στρατηγική έναντι της Τουρκίας,  όπως έχει διαμορφωθεί διαχρονικά,  είναι η πάση θυσία αποφυγή της στρατιωτικής σύγκρουσης. Γιατί; Μα πολύ απλά διότι τις δυο φορές που συνέβη μέσα σ’ έναν αιώνα, το 1922 και το 1974, οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις υπέστησαν δεινή στρατιωτική  ήττα και το αποτέλεσμα ήταν μια μεγάλης έκτασης εθνική καταστροφή. Ο ελληνισμός της Ιωνίας και του Πόντου εκτοπίστηκε, η Κύπρος διχοτομήθηκε.  Τώρα για τα «πως» και τα «γιατί» μπορούμε να συζητάμε ατέλειωτα, αλλά η ιστορία γράφεται με τα γεγονότα και όχι με τα … αν. Όπως γράφτηκε ιστορία και στα Ίμια το1996,  όταν και πάλι οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις ηττήθηκαν στο επιχειρησιακό πεδίο με την κατάληψη της μιας βραχονησίδας από τούρκους κομάντος κι ασχέτως αν μετά ο τότε Α/ΓΕΕΘΑ Λυμπέρης πρότεινε γενικευμένη πολεμική σύρραξη για ν’ ανακαταλάβει αυτό που έχασε μέσα από τα χέρια του. Κι αυτό όπως ήταν φυσικό δημιούργησε τετελεσμένα.

Τούτων δοθέντων, ας εκτιμηθεί όπως πρέπει πως ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα έδωσε  το «παρών» στην Άγκυρα, στη συνάντηση του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών, Ρεξ Τίλερσον με τον Τούρκο ομόλογό του Μεβλούτ Τσαβούσογλου. Ας εκτιμηθεί επίσης η ανάρτησή του στον λογαριασμό του στο twitter, όπου  ο κ. Pyatt ευχαρίστησε προσωπικά τον Αμερικανό Υπουργό Άμυνας Στρατηγό James Mattis «για την ισχυρή υποστήριξή του στη συμμαχία με την Ελλάδα».

Ας πούμε λοιπόν άλλη μια φορά πως «Ευχαριστούμε τους Αμερικανούς» ( οι οποίοι έχουν αναλάβει πλέον να κυνηγάνε και τα τουρκικά πλοία που βολτάρουν στην Εύβοια) κι ας κερδίσουμε το χρόνο που χρειαζόμαστε,  ώστε αυτή η αναπόφευκτη σύγκρουση να μη συμβεί τώρα που η Ελλάδα βρίσκεται στα χειρότερά της. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πόση καταστροφή θα έφερνε το ενδεχόμενο μιας σύγκρουσης μόνον στον τουρισμό, τη μόνη μηχανή που έχει απομείνει να δουλεύει στην ελληνική οικονομία και τη μόνη που δίνει δουλειές στην ελληνική κοινωνία. Πέρα απ’ όλα τα άλλα δυσθεώρητα κόστη, των ανθρωπίνων ζωών συμπεριλαμβανομένων.

Γι αυτό τούτη την ώρα,  οι εθνικιστικοί παροξυσμοί και οι ρητορείες πατριδοκαπηλείας είναι εξ ορισμού ύποπτες κι επιβεβαιώνουν τη γνωστή ρήση του  συγγραφέα, ποιητή και διανοητή, Σάμιουελ Τζόνσον, πως «ο πατριωτισμός αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο των απατεώνων». Κι από τέτοιους – σύμφωνα και με το FBI – έχουμε μπόλικους.

Η κοινωνία παράγει και το πολιτικό σύστημα καταναλώνει – Για πόσο ακόμη;

O τουρισμός είναι από τους ελάχιστους κλάδους της οικονομίας,  ο οποίος  άντεξε στην κρίση.          Το  ελληνικό ξενοδοχείο,  εκμεταλλευόμενο την τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία στις χώρες της Β. Αφρικής και στη Τουρκία,   κατάφερε να  γίνει – όπως εύστοχα σημείωσε προχθές ο νέος Πρόεδρος του Ξενοδοχιακού Επιμελητηρίου Ελλάδας Αλέξανδρος Βασιλικός μιλώντας στη γενική συνέλευση των μελών του –  «ο κινητήρας για να δουλέψουν οι μηχανές της οικονομίας».

Ο τουρισμός δεν έδωσε μόνο δουλειά στο κλάδο. Βάζει πλάτη και σε τομείς όπως η πρωτογενής παραγωγή συμβάλλοντας τα μέγιστα προκειμένου να κερδηθεί το στοίχημα της εξωστρέφειας και της τοποθέτησης των ποιοτικών ελληνικών προϊόντων σε  μεγάλες διεθνείς αγορές, αναφέροντας μάλιστα ο κ . Βασιλικός το πολύ επιτυχημένο παράδειγμα του Προγράμματος «Ελληνικό Πρωινό».

Ο τουρισμός «αιμοδοτεί» πάρα πολλούς άλλους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, από την οικοδομή μέχρι την παροχή τεχνολογικών υπηρεσιών. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως κάθε χρόνο 9000 υφιστάμενα ξενοδοχεία επενδύουν από 10.000 έως και 500.000 ευρώ για να αναβαθμίσουν το προϊόν τους. Χώρια οι επενδύσεις σε νέες μονάδες. Το συνολικό άθροισμα  δίνει ένα ποσό πολλών εκατομμυρίων, το οποίο επενδύεται στην ελληνική οικονομία και μάλιστα διαχέεται γεωγραφικά και κλαδικά. Είναι αυτή τη στιγμή  η μεγαλύτερη ιδιωτική επένδυση στη χώρα κι ας περιμένουμε τάχα να έρθουν οι … ξένοι επενδυτές. Με αυτή τη μεγάλη ιδιωτική επένδυση ζει  και ο ηλεκτρολόγος κι ο υδραυλικός κι ο μαραγκός, κι ο χτίστης, κι ο κηπουρός και η εταιρεία λογισμικών προϊόντων και η εταιρεία που κατασκευάζει ιστοσελίδες, κοκ. Είναι αυτό που εύστοχα επίσης,  ο κ. Βασιλικός ,  όρισε ως «συν-ανάπτυξη».

Αυτή είναι μια μεγάλη αλήθεια. Είναι η απόδειξη πως η κοινωνία κάνει τη δουλειά της. Δημιουργεί. Αλλά η χώρα έχει σοβαρό πρόβλημα και δεν είναι οικονομικό. Οικονομικό γίνεται δευτερογενώς. Η χώρα έχει σοβαρό πολιτικό πρόβλημα. Διότι την ώρα που οι δυνάμεις της κοινωνίας μοχθούν για να κινήσουν τα πράγματα μπροστά, το πολιτικό σύστημα,  επαναλαμβάνει διαχρονικά τον εαυτό του σε μια τραγωδία χωρίς τέλος, χωρίς κάθαρση.

Από το 1989 ως και σήμερα παρακολουθούμε διαδοχικά «σίκουελ» του «Κλέφτες κι Αστυνόμοι». Κι έτσι ο πολιτικός καυγάς καλά κρατεί και το πολιτικό σύστημα εξασφαλίζει την αναπαραγωγή του με την πόλωση  ανάμεσα στη ρητορική των σκανδάλων από τη μια πλευρά και τη ρητορική της σκευωρίας από την άλλη. Όμως δεν αλλάζει τίποτα επί της ουσίας.  Ο κοινωνικός κόπος «καταναλώνεται» πότε στο «πάρτι» του ενός και πότε στου άλλου. Όποιο «θέμα» κι αν έχει το «πάρτι», είτε προσωπικής μίζας, είτε κατασπατάλησης, είτε χαριστικών πράξεων, είτε διορισμών, είτε κομματικής οικονομικής ενίσχυσης, είτε ό,τι άλλο επινοηθεί…

Ο λογαριασμός ωστόσο, σταθερά,  πάει στην κοινωνία για να τον πληρώσει. Στον ξενοδόχο, στον ηλεκτρολόγο, στον υδραυλικό, στον web developer.  Για πόσο ακόμη άραγε;

πρώτη δημοσίευση: RIZOPOULOS POST