Βουτάμε!

ΒΟΥΤΑΜΕΑπό Αύγουστο χειμώνα κι από Μάρτη καλοκαίρι. Ίσως για αυτό σήμερα γράφω «ξελογιασμένος» από τη θάλασσα. Ναι, αυτή την όμορφη πλανεύτρα που κρύβει μέσα της θησαυρούς και γοργόνες, που μας ξέρει και την ξέρουμε περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε καθώς κάποιοι μακρινοί μακρινοί μας πρόγονοι βγήκαν από μέσα της για να συνεχιστεί στη στεριά το μεγάλο παιχνίδι της εξέλιξης. Άλλωστε χωρίς αυτή, δεν θα υπήρχε τίποτα.

Αυτή η θάλασσα είναι που αποτέλεσε όχι αιτία και λόγο απομόνωσης  όπως συνήθως νομίζεται αλλά αντίθετα δρόμο επικοινωνίας. Είδα πρόσφατα μια εξαιρετική κινηματογραφική παραγωγή, το «Κον Τικι».  Η ταινία είχε προταθεί για Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας κι αποτυπώνει το ταξίδι που έκανε στα 1947 ο Νορβηγός εθνογράφος Θορ Χάιερνταλ όταν αποφάσισε να περάσει με το Κον-Τίκι, τη σχεδία του, τα 6900 χιλιόμετρα που χωρίζουν τις δύο ακτές του Ειρηνικού Ωκεανού. Ήθελε να αποδείξει τη θεωρία του πως οι πολυνησιακοί πληθυσμοί δεν ήταν Ασιάτες αλλά Περουβιανοί Ινδιάνοι. Και το πέτυχε έχοντας απέναντι όλο το ακαδημαϊκό κατεστημένο του καιρού του που τον λοιδορούσε για τις ιδέες του.

Έτσι είναι όμως η θάλασσα. Έχει τον τρόπο της να είναι σαγηνευτική. Να εμψυχώνει τον άνθρωπο με ένα απαράμιλλο θάρρος και να τον γεμίζει με την ελπίδα πως το καλύτερο μας περιμένει πάντα εκεί πέρα, στη «γραμμή των οριζόντων». Για αυτό και η θάλασσα πάντα θα γεμίζει την ανθρώπινη ψυχή με την ελπίδα. Όμως είναι  μια ελπίδα δράσης. Και είναι κρίσιμη αυτή η διαφορά. Ελπίδα δεν είναι να κάθεσαι στον καναπέ και να κρατάς σφιχτά στα χέρια σου ένα δελτίο του τζόκερ. Αυτό είναι ψευδαίσθηση για να γεμίζει τα ταμεία του ο ΟΠΑΠ, να κερδίζουν «τζακ ποτ» οι μέτοχοί του και όσοι «ραντίζονται» γύρω – γύρω για να συντηρούν την ψευδαίσθηση.

Αντίθετα, η ελπίδα είναι βάρκα και κουπί. Πρόσκληση σε δράση. Τίποτα δεν θα είναι ποτέ τέλειο εκ των προτέρων. Τα πάντα όμως τελειοποιούνται μέσα από τη συνεχή προσπάθεια,  αρκεί να ξέρεις που θέλεις να πας. Σαν τον Οδυσσέα, ο οποίος με ένα τρόπο συνιστά το αυθεντικό αρχέτυπο της Ελληνικής ψυχής,  μπορεί να περιπλανηθείς για πολλά χρόνια  αλλά στο τέλος θα βρεις την Ιθάκη, αν έχεις καταφέρει εν τω μεταξύ να την κρατήσεις στο μυαλό και στην ψυχή σου.

Προσωπικά λοιπόν αυτό «το βουλιάζουμε», ούτε το κατάλαβα,  ούτε το καταλαβαίνω. Ο  καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται. Κι εμείς οι Έλληνες θέλουμε να λέμε πως είμαστε καλοί καπετάνιοι. Και είναι ώρα να το αποδείξουμε. Να βουτήξουμε στα βαθιά και να καταφέρουμε να ξαναβγούμε στον αφρό, πιο ώριμοι, πιο έμπειροι, πιο Έλληνες.

Διότι κακά τα ψέματα, στις δεκαετίες που προηγήθηκαν υποτιμήθηκε πολύ αυτή η σχέση με τη θάλασσα. Η ναυτική παράδοση, η ναυτιλία, η ναυτοσύνη των Ελλήνων βγήκαν στο περιθώριο. Κάποια στιγμή η Σχολή Εμποροπλοιάρχων στον Ασπρόπυργο είχε ελάχιστους σπουδαστές και μόνο τα 2-3 τελευταία χρόνια υπάρχει μια αντιστροφή αυτής της τάσης. Όμως η ναυτιλία ήταν αυτή που έδωσε δουλειές, εισοδήματα, χτίσθηκαν σπίτια, φτιάχτηκαν περιουσίες σε αυτόν τόπο.

Ψάχνουμε σήμερα «νέα αναπτυξιακά μοντέλα»  παραγωγής εθνικού πλούτου σε μια χώρα που έβγαλε Ωνάσηδες και Νιάρχους. Μα, είναι προφανές το που πρέπει να αναζητηθεί το αναπτυξιακό μέλλον. Στη θάλασσα. Είτε ως ναυτιλία, είτε ως μεταφορές, είτε ως τουρισμός. Και να αντιληφθούμε ξανά τη θάλασσα όχι ως συνοριακό άκρο αλλά ως δρόμο επαφής και  επικοινωνίας με τους γύρω μας.

Η καίρια γεωπολιτική και στρατηγική (από κάθε πλευρά) θέση της  Ελλάδας, ανάμεσα σε τρεις ηπείρους, αλλά και η ναυτική της παράδοση μπορούν να αποτελέσουν τον καταλύτη για να ξαναβρούμε τον εαυτό μας. Να ξαναγίνουμε αυτό που πάντα ήμασταν. Λαός της Θάλασσας.

Αντί να συζητάμε λοιπόν για «ποτάμια»  και άλλες συναφείς ανοησίες  (τα οποία αποτέλεσαν δρόμους επικοινωνίας μόνο για τα γερμανικά φύλα της  Κεντρικής Ευρώπης) να μιλήσουμε ξανά για τη θάλασσα.  Άλλωστε, μετά τον Θεμιστοκλή σε αυτόν τον τόπο ξέρουμε πως «εκ της θαλάσσης τα κρείττω….».

Να βουτήξουμε λοιπόν,  με την ελπίδα να συναντηθούμε στα βαθιά.

«Ξύπνησαν οι σκλάβοι, Αντωνάκη μου!»

«ΞΥΠΝΗΣΑΝ-ΟΙ-ΣΚΛΑΒΟΙ-ΑΝΤΩΝΑΚΗ-ΜΟΥ»Οι άντρες, στη μεγάλη πλειοψηφία μας τουλάχιστον, έχουμε την ψευδαίσθηση πως στις γυναίκες αρέσει να τις κάνουμε ευτυχισμένες πουτάνες. Μπορεί και να τους αρέσει στο κρεβάτι, αλλά δεν είναι το πιο σημαντικό για αυτές. Το αληθινά σημαντικό είναι αυτό που ακολουθεί. Να μιλήσουν μετά, για ό,τι έγινε πριν. Η αληθινή κόλαση δηλαδή των αντρών, οι οποίοι μεγαλώνουμε για να γίνουμε «μπαμπάδες–αφέντες» που δεν δίνουν λογαριασμό.

Η ελπίδα είναι βουβή, η πίστη μιλάει. Ο άντρας «μπαμπάς–αφέντης» πίστευε πως η «κοριτσάρα του» θα ήταν πάντα υπάκουη και πρόθυμη να «χορεύει» στους ρυθμούς των «χορδών» του «βιολιού» του. Η γυναίκα ήλπιζε βουβά. Όσο λοιπόν η πίστη των αντρών επιβεβαιωνόταν, η έννοια της οικογένειας ανήκε στα «όσια και τα ιερά», δίπλα στη θρησκεία και την πατρίδα. Πίσω από αυτή την «αγία τριάδα» κρυβόταν το αρσενικό “αφεντιλίκι” πάνω στη γυναίκα, η οποία ήλπιζε στην αγάπη του «μπαμπά» και φοβόταν την εξουσία του «αφέντη».

Μέσα στην πορεία του χρόνου, οι γυναίκες σταμάτησαν και να ελπίζουν και να φοβούνται. Ικανοποίησαν δηλαδή τις δύο προϋποθέσεις της ελευθερίας, έτσι όπως έθεσε το ζήτημα ο Ν. Καζαντζάκης. Άρχισαν λοιπόν να πιστεύουν στον εαυτό τους. Οπότε μοιραία, η γυναίκα άρχισε και να «μιλάει». Από τη «Μαρία της Σιωπής» τρέξαμε ως κοινωνία με ιλιγγιώδεις ταχύτητες –μέσα σε μια γενιά δηλαδή– και φτάσαμε στη «Θηλυκή Εταιρεία». Την αρχή έκανε εκείνη η ατάκα της Κοντού: «Ξύπνησαν οι σκλάβοι, Αντωνάκη μου!».

Ζούμε κατακλυσμιαίες αλλαγές σε πολιτισμικό επίπεδο αλλά επειδή ζούμε μέσα στις αλλαγές αυτές, δεν συνειδητοποιούμε την έκταση και το βάθος τους. Δεν έχουμε πλήρη συναίσθηση του γεγονότος πως βρισκόμαστε πάνω σε μια παράξενη γέφυρα και ο καθένας μας καλείται να συλλογιστεί αν θα υποχωρήσει στο κατώτερο ζώο για να «συντηρηθεί» το παρελθόν ή αν θα κοιτάξει προς τα πάνω και θα καθοδηγηθεί προς το μέλλον από τον μέσα του θεό. Κι αυτός δεν είναι  άλλος από το συλλογικό ανθρώπινο πεπρωμένο. Το πεπρωμένο του στοχαστή, ο οποίος φτιαγμένος από σκέψη ζητάει να ξεκαθαρίσει τα πάντα για να γνωρίσει τον εαυτό του. Αυτός ο αθάνατος στοχαστής που επιμένει διαρκώς να ρωτάει: «Γιατί υπάρχω;».

Αλλά για να βρεθεί η σωστή απάντηση, θέλει δύο. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ένα. Είναι δύο. Αρσενικός και Θηλυκός. Αυτή η συνειδητοποίηση εκ των πραγμάτων θα διαμορφώσει το νέο πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ζήσει ο/η άνθρωπος της Νέας Εποχής. Άνθρωπος που στη μεγαλύτερη διάρκεια του βίου του, θα μοιάζει με Παιδί. Κι ως γνωστόν, στα μεγάλα παιδιά αρέσουν τα μεγάλα παιχνίδια. Οπότε ή κάθεσαι και παίζεις ή…. παίρνεις το καπελάκι σου και βγαίνεις από το παιχνίδι. Πάντως απ’ τα παιδιά μαθαίνεις την αλήθεια.

 

Ο αυθεντικός και οι… χαλβάδες

AthensMarathon-GRΤώρα που ξεκινάει η Σαρακοστή θα αρχίσει να έχει ζήτηση και ο χαλβάς. Κι όσοι είναι μερακλήδες θα αναζητήσουν τον «αυθεντικό», τον οποίο ωστόσο έχει απομείνει να κάνει μόνο μια μικρή οικογενειακή χαλβαδοποιία στη Δραπετσώνα κι αποτελεί «στανταράκι» θέμα της τηλεόρασης τέτοιες μέρες. Πάνε οι κάμερες και καταγράφουν πως μπαίνουν τα υλικά, πως ανακατεύονται, πως γυρνάνε με τις ώρες και πως συσκευάζεται στο τέλος ο «αυθεντικός χαλβάς», για τον οποίο κάθε χρόνο σχηματίζονται ουρές έξω από το μαγαζί.

Η αυθεντικότητα είναι μείζον ζήτημα την εποχή του “copy paste”. H παγκόσμια αγορά, σε όλους τους κλάδους, αναζητεί αυθεντικότητα καθώς η οικονομία μετασχηματίζεται όλο και περισσότερο σε οικονομία δικτύων, εμπειριών και συναισθημάτων.

Σωστά σκέφτηκαν λοιπόν οι αρμόδιοι του ελληνικού στίβου ( ο ΣΕΓΑΣ δηλαδή) να αναδείξουν την αυθεντικότητα του Κλασσικού Μαραθώνιου της Αθήνας. Σωστά σκέφτηκαν επίσης πως θα έπρεπε ο ΟΠΑΠ να φανεί γενναιόδωρος και να χρηματοδοτήσει την προσπάθεια. Αλλά το αποτέλεσμα είναι λάθος. Και είναι λάθος γιατί το νέο λογότυπο του Κλασσικού Μαραθωνίου που παρουσιάστηκε προχθές είναι μια αστεία καρικατούρα. Δεν ξέρω πόσο κόστισε. Αλλά ακόμη κι ένα ευρώ είναι πεταμένα λεφτά για αυτό που παρουσιάστηκε.

Ένα ανθρωπάκι σε κίνηση και μια μουτζούρα δίπλα, η οποία υποτίθεται πως είναι η αποτύπωση της αυθεντικής διαδρομής αλλά μάλλον πρόκειται για την αποτύπωση της αυθεντικής βλακείας σε ηλεκτροεγκεφαλογράφημα. Καμία έμπνευση. Καμία δημιουργικότητα. Καμία αισθητική. Μια δουλειά στο «γόνατο» για την οποία δεν ξέρω ποιος είναι υπεύθυνος αλλά ξέρω πως κάποτε σε αυτόν τόπο θα πρέπει να γίνει ένα ξεκαθάρισμα σχετικά με το ποιοι κάνουν επικοινωνία με επαγγελματική αρτιότητα κι αξιοπιστία και ποιοι απλά κλείνουν δουλειές κι από κει κι έπειτα κάνουν – εκ του ασφαλούς- ό,τι τους κατέβει.

Ο Μαραθώνιος της Αθήνας είναι πραγματικά ο αυθεντικός. Αλλά αυτό δεν φαίνεται στο λογότυπο. Ωστόσο γράφεται! «Μαραθώνιος ο Αυθεντικός»! Η επικοινωνία της βιοτεχνίας του χαλβά στη Δραπετσώνα υποστηρίζει καλύτερα την αυθεντικότητα του προϊόντος της σε σχέση με αυτό. Διότι οι άνθρωποι στη Δραπετσώνα έχουν την ευφυΐα να δείχνουν την αυθεντικότητα και όχι απλώς να μιλάνε για αυτήν!

Ο Μαραθώνιος της Αθήνας επίσης αναδεικνύει αξίες. Την υπεράσπιση του πολιτισμού έναντι της βαρβαρότητας. Αλλά ούτε κι αυτό φαίνεται στο λογότυπο. Ο Μαραθώνιος της Αθήνας, ασφαλώς, θα μπορούσε να είναι αναπτυξιακό εργαλείο. Η χρήση πολιτιστικών αγαθών επιδρά όχι μόνον στις συμβολικές αξίες, αλλά και στις πραγματικές αξίες ανάπτυξης των περιοχών αναφοράς, δηλαδή στην πραγματική οικονομία τους. Αλλά ούτε κι αυτό φαίνεται.

Θα πείτε μπορούν όλα αυτά να αποτυπωθούν σε ένα λογότυπο; Προφανώς δεν είναι απλό και εύκολο. Αλλά όταν υπάρχει αυθεντική δημιουργικότητα, όλα γίνονται. Το πρόβλημα όμως σε αυτή τη χώρα είναι πως αφενός δεν πιστεύουμε πως «όλα γίνονται» και αφετέρου έχει εμπεδωθεί ως «καλή πρακτική» το «όλα γίνονται κάτω από το τραπέζι».

Χάθηκε λοιπόν μια καλή ευκαιρία. Χάθηκε η ευκαιρία ο Μαραθώνιος της Αθήνας να επικοινωνηθεί έτσι ώστε να αναδυθεί ως ένα σύγχρονο διαπολιτισμικό αφήγημα, το οποίο θα ενισχύει τη συναντίληψη, την αλληλοκατανόηση και την συνεργασία και από την άλλη θα αναδεικνύει την αξία της διακριτής αυθεντικής ταυτότητας, σε μια εποχή απειλούμενης ισοπέδωσης.

Το να βγει τώρα ο ΣΕΓΑΣ και να πει «συγγνώμη, κάναμε λάθος και θα το ξαναπροσπαθήσουμε….», θα ήταν μια αυθεντική έκπληξη. Τουτέστιν, μια καλή αρχή για τον επανασχεδιασμό μιας αληθινά ευφυούς επικοινωνιακής στρατηγικής ανάδειξης της αυθεντικότητας του Κλασσικού Μαραθωνίου της Αθήνας. Λέμε τώρα….

 

Share & Like στον Πέτρο Τατσόπουλο

photo_smΜου άρεσε αυτή η κίνηση που έκανε ο Τατσόπουλος γράφοντας ένα επικήδειο post στο facebook για να αποχαιρετήσει με ανθρωπιά και ευαισθησία τον Στέλιο Σταυρίδη, με τον οποίο είχε πλακωθεί άγρια σε ένα webtv πάνελ. Είναι μια ένδειξη πως υπάρχει τουλάχιστον ένας εν ενεργεία βουλευτής του κοινοβουλίου που συνειδητοποιεί τη ματαιότητα των πραγμάτων. Τη ματαιότητα των μεγάλων αντιπαραθέσεων μεταξύ μικρών θνητών ανθρώπων, οι οποίοι φαντασιώνονται τους εαυτούς τους ως ενσαρκώσεις του Αιώνιου και του Απόλυτου.

Σκεφτείτε πως θα ήταν η πολιτική αλλά και η οικονομία ανά τον κόσμο, στον βαθμό που οι άνθρωποι σταματούσαν επιτέλους να πιστεύουν με τόση αφέλεια σε ένα τόσο χονδροειδέστατο ψέμα: πως θα ζούνε για πάντα. Νομίζω πως θα ζούσαμε όλοι σε έναν πιο χαρούμενο κόσμο. Ίσως σε ένα κόσμο πιο παγανιστικό, πιο κοντά στη φύση, άρα με περισσότερη αθωότητα και λιγότερο φθόνο. Όταν έχεις συνείδηση της θνητότητάς σου, είναι γελοίο να παίρνεις τον εαυτό σου και πολύ στα σοβαρά. Να υπηρετείς την ατσαλάκωτη περσόνα της καθημερινής επιτυχίας. Όπως επίσης είναι γελοίο ως υποψήφιο πτώμα να πατάς πάνω σε πτώματα για να ανέβεις. Για να φτάσεις που βρε μασκαρά; Ο θάνατος είναι η μόνη αληθινή δημοκρατία επί της γης. Συμμετέχουν όλοι χωρίς εξαιρέσεις.

Η «αντίσταση» έναντι του αναπότρεπτου προκαλεί μόνον δάκρυα και καταστροφή, όπως αποδείχθηκε ιστορικά με όλες τις «μεγάλες αφηγήσεις» που αποχαλίνωσαν την ανθρώπινη μικρότητα. Αντίθετα, η αποδοχή του κύκλου της ζωής θα μας χάριζε εκείνο το συναίσθημα της ψυχικής ειρήνης που έχει χαθεί, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να βρίσκεται σε έναν αδυσώπητο πόλεμο με τη φύση του, με τον εαυτό του. Και κάνει «εξαγωγή» αυτού του πολέμου. Στο περιβάλλον του. Στην οικογένειά του. Στην εργασία του. Στην πόλη του. Στη χώρα του. Στον πλανήτη του. Λες κι έχει άλλον…

Κακότροπες συμπεριφορές. Δολιότητες, υποκρισία και οργή. Φθόνος. Αλαζονεία και απληστία. Αίμα στη Δαμασκό. Αίμα στο Κίεβο. Πλημμυρισμένη η Μεγάλη Βρεττανία. Νεκροί από το ασταμάτητο χιόνι στις ΗΠΑ. Όλα είναι φαινόμενα της ίδιας δομικής ανισορροπίας που έχει εγκαθιδρυθεί στη σχέση του ανθρώπου με τη φύση του και την έχει καταστήσει σχέση πολεμική. Έχουμε μπει σε μια «Μαζεράτι», με το Mp3 «στη διαπασών» να παίζει το «I feel pretty» από το West Side Story και τρέχουμε με 300 πάνω στον τοίχο της συνθήκης της ανθρώπινης ύπαρξης πάνω στον πλανήτη Γη.

Θα πρότεινα λοιπόν, ως ταπεινός πολιτικός παρατηρητής, στον Πέτρο Τατσόπουλο να συνεχίσει να γράφει στα αρχίδια του τον λούμπεν καθωσπρεπισμό της εν Ελλάδι «καθεστηκυίας τάξης», να παραμένει ένας φυσιολογικός άνθρωπος με συνείδηση της θνητότητάς του και να εξακολουθήσει να μην παίρνει και πολύ στα σοβαρά τον εαυτό του. Κι αν είναι όσο «ωραίος τρελός» θέλει να δείχνει, ας φτάσει μέχρι τα άκρα. Φτιάχνοντας κόμμα. Ναι, ναι… κόμμα. Αλλά όχι από αυτά του σωρού. Ούτε κόμμα της αριστεράς, ούτε της κεντροαριστεράς, ούτε της κεντροδεξιάς, της δεξιάς και ακροδεξιάς, ούτε τίποτα. Όλες αυτές είναι οι απαντήσεις του Παλαιού Καθεστώτος. Η «Βαστίλη» ξαναπέφτει. Συνεπώς ο Τατσόπουλος σαν ένας από τους πλέον αυθεντικούς πολιτικούς εκπροσώπους μιας νέας αντίληψης για την καθημερινότητα, της αντίληψης των social media, ας φτιάξει ένα κόμμα Social, ένα κόμμα Share & Like! Όχι για να καταλάβει την εξουσία αλλά για να δώσει μια εκλογική διέξοδο σε αυτούς που έχουν καταλάβει την ουσία και βαριούνται αφόρητα…

Ένα «δεκαράκι» (followers) το βλέπω στο νερό, Πέτρο…

Κουρασμένοι ή ερωτευμένοι;

Love-is-what-makes-you-smile-when-you-are-tiredΟι επόμενοι, μετά τον Πλάτωνα, ευφυέστεροι των ανθρώπων, δηλαδή οι Beatles το είπαν όσο πιο καθαρά μπορούσαν. “All you need is love”.

Οι άνθρωποι πέρα και πάνω από φύλα, φυλές, χρώματα, θρησκείες, ιδεοληψίες, χωρίζονται σε δυο βασικές κατηγορίες. Τους κουρασμένους και τους ερωτευμένους. Οι κουρασμένοι είναι αυτοί που κοιτάνε προς τα πίσω τη ζωή τους και νιώθουν να τους πλακώνει ένα βάρος. Νιώθουν αυτή τη δυσβάσταχτη κούραση που τους κάνει να γκρινιάζουν, να θυμώνουν, να τα έχουν με τον εαυτό τους και τους άλλους, να ξεσπάνε όπου βρούνε και όπως βρούνε. Κάνουν ανέραστο σεξ κι αδυνατούν να συνάψουν οποιαδήποτε ουσιαστική ερωτική, κοινωνική, φιλική ή επαγγελματική σχέση. Αδυνατούν να μπουν στη θέση των άλλων, μένοντας μόνοι σε ένα κλειστό, προσωπικό σύμπαν. Για αυτό και μονίμως δηλώνουν μετανιωμένοι για όσα έχουν ήδη κάνει, και την ώρα που το λένε ξεκινούν να ξανακάνουν τα ίδια ακριβώς, σε έναν κύκλο ατέρμονης επανάληψης που στο τέλος τους καταπίνει. Με άλλα λόγια, ενώ σκέφτονται συνέχεια κι αποκλειστικά τον εαυτό τους, στην πραγματικότητα τον βασανίζουν αλύπητα.

Ερωτευμένοι είναι οι άνθρωποι που γυρίζουν προς τα πίσω και λένε «όλα καλά». Βιώνουν ένα νόημα στη ζωή τους και το νόημα αυτό έχει όνομα. Έρωτας. Ο φτερωτός αυτός άγγελος όταν σε τοξεύει με το βελάκι του, προκαλεί παράλυση της αρνητικής σκέψης και ξαφνικά όλα μεταμορφώνονται σε φως και όλα είναι καλά. Στην επικράτεια του Έρωτα, όλα μοιάζουν να συνέβησαν μόνο και μόνο για να οδηγήσουν σε αυτόν. Ό,τι έμοιαζε με σκλαβιά φαίνεται σαν ελευθερία και ό,τι μέχρι εκείνη τη στιγμή νομιζόταν σαν ελευθερία, αρχίζει να φαίνεται σαν μια καλοστημένη σκηνοθεσία υποδούλωσης.

Ο Έρωτας είναι αυτός που κάνει όλους κι όλα να αναγεννηθούν μέσα στο φως μιας μαγικής εμπειρίας. Χαρίζει τα φτερά του για να πετάξεις . Για να δεις τα πράγματα και τους ανθρώπους, από ψηλά και όχι μέσα στη συνηθισμένη μικρότητα και ασημαντότητά τους.

Για αυτόν ακριβώς το λόγο, οι εξουσίες έχουν διαχρονικά ως στρατηγική προτεραιότητα την καταστολή της μαγικής εμπειρίας του Έρωτα. Διότι αν οι άνθρωποι αρχίσουν ξαφνικά να «πετάνε» ποιος θα μείνει «προσγειωμένος» να δουλεύει; Από καταβολής κόσμου, οι εξουσίες προτιμούν τον άνθρωπο κουρασμένο και όχι ερωτευμένο. Κάποτε λοιπόν ήταν τα ιερατεία που είχαν το ρόλο του λογιστή και ελεγκτή των ανθρώπινων «αδυναμιών» και διαπραγματεύονταν την τιμή της μετάνοιας. Ορδές κουρασμένων ανθρώπων για πληρωθούν τα λύτρα της «σωτηρίας» της ψυχής.

Σήμερα, ζώντας σε έναν σφοδρά αντιερωτικό κόσμο, το ταμείο δεν γεμίζει με την μετάνοια και την εγκράτεια αλλά με την αποχαλίνωση και την σεξιστική κατανάλωση. Αυτό που αποκαλείται «ανεκτικότητα» δεν είναι παρά οι μεγάλοι τζίροι της ηδονιστικής πελατείας, η οποία ασφαλώς και δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τον Έρωτα, ως έκφραση της φυσικής χαριστικότητας του εαυτού στον άλλο. Ορδές κουρασμένων ανθρώπων για να πληρωθούν τα λύτρα της «σωτηρίας» της εγωιστικής κατάκτησης και χρήσης.

Άγιοι Βαλεντίνοι, κιτς καρδούλες, τόνοι πυκνογραμμένων σελίδων για τις «σχέσεις», ψυχαναλυτικά ντιβάνια, «έρωτας» με τον καθρέπτη, πληρωμένοι «έρωτες», βιάγκρα και πολυθρόνες της εξουσίας, οι «έρωτες» του Ολάντ και τα «παραστρατήματα» του Ομπάμα. Το μόνο που λείπει είναι αυτό που έχουμε περισσότερο ανάγκη. Κι αυτό είναι το πείσμα να αναδημιουργούμε κάθε πρωί τη γέννηση του Έρωτα, ζώντας μέσα στην αλχημεία της επιθυμίας να σπείρουμε και να δρέψουμε την αληθινή ομορφιά της ζωής.

Αν ο κόσμος μας έχει μια ελπίδα, σίγουρα δεν τη χρωστάει στους κουρασμένους. Τη χρωστάει στους ερωτευμένους που τραγουδάνε ανά τους αιώνες. Σαν τον Οδυσσέα στην Ιθάκη της Πηνελόπης. Σαν τον Οδυσσέα Ελύτη που μας έμαθε «τα ρω του έρωτα» γράφοντας πως «Οι άγγελοι τραγουδάνε. Και οι ερωτευμένοι επίσης. Πίσω από κάθε ανάταση, από κάθε μεράκι, μια κιθάρα περιμένει έτοιμη να πάρει τα λόγια και να τα ταξιδέψει από χείλη σε χείλη. Δεν είναι λίγο αυτό. Είναι η χαρά να δίνεις χαρά στους άλλους, είναι αυτό που μας βαστάει στη ζωή.».