
Η Ε. είναι από το 19 με τον Κ, βγαίνοντας τότε από μια τραυματική σχέση με τον Α. Όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, με τη συμπλήρωση της επταετίας φτάνει το σημείο όπου πρέπει να αποφασίσει αν θα παντρευτεί τον Κ ή αν θα τον χωρίσει. Διότι ο Κ. στην αρχή φαινότανε καλό και σοβαρό παιδί κι από καλή οικογένεια. Σπουδαγμένος στο Χάρβαρντ, με καλά αγγλικά και πάνω απ’ όλα συγκρατημένος, χωρίς μεγάλα λόγια. Το αντίθετο από τον πρώην, τον Α., που τα είχε εύκολα τα λόγια και τον άκουγε με ανοιχτό στόμα μέχρι που τον έπιασε να κάνει ακατανόμαστα πράγματα στο Βερολίνο που έτρεχε κάθε τόσο. Το «γερμανικό» πάντα πονάει.
Πόνεσε κι αυτή. Μετά πήγαινε και καθότανε στις θάλασσες κι άκουγε την «Πανσέληνο» της Αλεξίου κι εκεί που λέει το «λάγνο ψέμα σου που τα έκανε όλα ωραία» την έπιαναν τα κλάματα. Γι’ αυτό και όταν εμφανίστηκε ο Κ. είπε να το στρίψει 180ο μοίρες απέναντι. Κι αντί για μεγάλα λόγια και φεγγάρια να κοιτάξει κι αυτή λίγο το μέλλον της. Αμ δε…
Αυτός είχε άλλο «κουσούρι». 24/7 ζούσε για την εταιρία. Νιου μπίζνες, συμβόλαια και δουλειές. Ούτε βόλτες, ούτε να πάνε για ένα καλό φαγητό, ένα θέατρο, μια εκδρομή, ένα ταξίδι ρε αδερφέ. Όλα κομμένα. Όχι επειδή δεν έβγαινε αλλά επειδή χρόνος και χρήμα υπήρχαν μόνον για τους «δικούς του». Τίποτα για κείνη. Κάτι ψιχουλάκια ενδιαφέροντος και μέχρις εκεί. Ρε φίλε, τα χρόνια περνάνε και δεν βγαίνει ζωή έτσι.
Το 24 του είπε «θέλω να μιλήσουμε…» αλλά αυτός έκανε πως δεν καταλάβαινε και συνέχιζε να λέει τα δικά του για το πόσο μοναδικός είναι και πως όλοι οι άλλοι εκεί έξω είναι παλαβοί και άχρηστοι. «Για δοκίμασε…», της έλεγε. «Σε 48 ώρες θα είσαι πίσω στα γόνατα». Εντάξει δεν είχε και τελείως άδικο. Αυτό το σκεφτόταν με ένα αίσθημα απόγνωσης η Ε. Διότι να και ο Ν. που είχε έρθει από την Κρήτη και αγόρασε διαμέρισμα στην απέναντι πολυκατοικία, τον επιβεβαίωνε. Στη γειτονιά λέγανε πως είχε χιλιάδες γίδια και τα πούλησε όλα για να ζήσει τη ζωή του. Εντάξει ο κόσμος πάντα λέει…. Μια φορά όμως έπιασε τον Κ. να τον παρακολουθεί με κιάλια. Έμεινε «παγωτό» αλλά ποτέ δεν πήρε απάντηση γιατί το έκανε. Ο Κ. άλλαζε συζήτηση και της έλεγε τα σχέδιά του για το 2030. Ο Ν. πάντως έβγαινε στο μπαλκόνι, συχνά φορώντας μόνο ένα πράσινο μποξεράκι και την «κάρφωνε» ασταμάτητα. Στην αρχή δεν έδινε σημασία, μετά ανταπέδωσε κάνα δυο φορές το βλέμμα αλλά τι να το κάνεις…. Τον πέτυχε ένα απόγευμα στο ταμείο του μίνι μάρκετ της γειτονιάς και μόλις άνοιξε το στόμα του… αυτή έφυγε τρέχοντας.
Κάπου εκεί ήταν που της έστειλε μήνυμα μετά από χρόνια ο Α. Το άφησε αναπάντητο. Θεωρούσε πως θα ήταν ο ορισμός της αποτυχίας να γυρίσει στον πρώην. Το γυαλί άμα ραγίσει και τα γνωστά… Έστειλε και δεύτερο αυτός. Πάντα ήταν επίμονος και καργιόλης μεγάλος. Στο τρίτο όμως άρχισε να τον σκέφτεται… «Νὰ σοῦ γλείψω τὰ χέρια, νὰ σοῦ γλείψω τὰ πόδια – ἡ ἀγάπη κερδίζεται μὲ τὴν ὑποταγή». Που τα έβρισκε ο «πούστης»;
(Συνεχίζεται…)
