Καλό Πάσχα Έλληνες και να φάτε με… μέτρο!

Ελεύθερος είναι όποιος δεν φοβάται.  Αλλά η κατεστημένη ιεραρχική πυραμίδα ποτέ δεν το εκτιμά ως προσόν, διότι αυτό ακριβώς φοβάται. Ζει διαρκώς με τον εφιάλτη πως «θα έρθει κάποιος έξυπνος να μας πάρει το μαγαζί».  Είναι ο λόγος που σταύρωσαν και το Χριστό.

Αυτό διαχρονικά έχει μια πολύ συγκεκριμένη συνέπεια. Την  συστηματική εξόντωση του ελεύθερου και ως εκ τούτου ικανού και δημιουργικού πνεύματος  και την επικράτηση της μετριοκρατίας. Ο μέτριος επειδή πάντα φοβάται,  έχοντας συνείδηση της μετριότητάς του,  δεν είναι ποτέ ελεύθερος. Φοράει την περσόνα της βαρύγδουπης σοβαροφάνειας και του ορθολογιστικού σχολαστικισμού κι αντί να δημιουργεί, μιμείται «sucess stories».  Έτσι,  με τη «σωστή τοποθέτηση» βρίσκει πάντα ένα τρόπο να παραμένει στον αφρό, σε αντίθεση με αυτόν που λέει ελεύθερα αυτό που πιστεύει,  ο οποίος μπαίνει ενίοτε σε μεγάλες περιπέτειες aλλά δεν χάνει την ψυχή του.

Όσο βέβαια τα πράγματα κινούνται στη σφαίρα της «κανονικότητας», η μετριότητα είναι αξιοζήλευτο προτέρημα. Όταν όμως οι περιστάσεις απαιτούν να βγάλει κάποιος το φίδι από την τρύπα, ο μέτριος  επειδή φοβάται και δεν έχει την παραμικρή ιδέα πως να  το κάνει, σκέφτεται μόνον σε ποιον θα ρίξει την ευθύνη που δεν έγινε. Οπότε… μαύρο φίδι που μας έφαγε!

Τα κόμματα υπήρξαν το βασικό σχολείο για την εμπέδωση της μετριοκρατίας στη χώρα. Κι επειδή οι κομματικοί μηχανισμοί έχοντας το μαχαίρι και το πεπόνι αποφάσιζαν για όλα, υπήρξε  μια πολύ συγκεκριμένη συνέπεια. Η μετριοκρατία κατέκλυσε τα πάντα. Ακόμη και το τελευταίο «κάστρο» της ανθρώπινης ευφυίας που είναι η τέχνη. Έτσι δεν έχουμε μόνο μέτριους υπαλλήλους. Δεν έχουμε μόνο μέτριους επιχειρηματίες. Δεν έχουμε μόνο μέτριους πολιτικούς. Έχουμε και μέτριους καλλιτέχνες, οι οποίοι υποτίθεται υπηρετούν το «πνεύμα» πάνω απ’ όλα και οφείλουν να λειτουργούν ως ζώσα συνείδηση μιας κοινωνίας την ώρα που έχει γύρει κι είναι έτοιμη να την πάρει ο λήθαργος.

Ο Τσίπρας δεν είναι χειρότερος ως πολιτικός απ’ ότι ο Λάκης Λαζόπουλος ως καλλιτέχνης. Παραμένουν στο αφρό αμφότεροι, έχοντας πουλήσει για μεταξωτές κορδέλες τα φύκια  του αυτονόητου. «Πες ό,τι θέλει ο κόσμος ν’ ακούσει.». Αυτό όμως είναι κάτι που θα πρέπει να το κάνουν μόνον οι διαφημιστές. Ο διαφημιστής είναι καθαρός. Σου λέει πληρώνομαι και διαφημίζω. Το ταμπελάκι «περιέχει τοποθέτηση προϊόντος» δεν ταιριάζει στην τέχνη όταν θέλει να λέει αλήθειες.   Και στην Αριστερά πάνω απ’ όλα, όταν μάλιστα επί χρόνια ορκιζόταν πως «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός»!

Και φτάνουμε έτσι στην τρίτη μεγάλη συνέπεια της μετριοκρατίας.  Την προδοσία της  υποτιθέμενης 4ης εξουσίας.  Η χώρα δεν θα βρισκόταν σήμερα σε αυτή τη δεινή θέση εάν η μετριοκρατία δεν ήταν τόσο εμπεδωμένη και (αυτο)αναπαραγόμενη όσο στα «συγκροτήματα τύπου», καθότι αποτελούσαν τη μετώπη συγκεκριμένων συμφερόντων. Το «ελέγχουμε την εξουσία» προσέλαβε ένα πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο προσωπικής ευζωίας  και ως εκ τούτου η επιτυχία σπανίως είχε να κάνει με την ουσία της αποστολής του δημοσιογράφου να φέρνει την αλήθεια στο φως.

Οι τιμητικές εξαιρέσεις που ασφαλώς υπάρχουν σε όλους τους χώρους – περίπτωση Σκλαβενίτη για παράδειγμα – απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Αλλά δεν συνιστούν μέγεθος ικανό για να αλλάξει μια προδιαγεγραμμένη πορεία παρακμής, καθώς  το «λίγο – λίγο» έγινε πολύ… σκοτάδι!  Κι από τον  Κωστόπουλο φτάσαμε στον Μποτρίνι. Και φοβάμαι πως δεν είναι το τέλος, έχει κι άλλο…

Διότι μη μου πείτε πως «υπάρχει φως» σε  μια χώρα η οποία είναι στο παραπέντε ενός πολέμου με τον «αιώνιο αντίπαλό της» κι όμως δείχνει τόσο απροετοίμαστη ώστε να τρέχει με διαδικασίες fast track να προλάβει την αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό του πολεμικού υλικού της που βρίσκεται εδώ και κάτι χρόνια παροπλισμένο να σκουριάζει στα υπόστεγα. Πλήρωνε τώρα περιούσιε ελληνικέ λαέ που ζεις σε συνθήκες φτώχειας,  1δις ευρώ!

Τούτων δοθέντων, Καλό Πάσχα Έλληνες και να φάτε με … μέτρο!

 

Πρώτη δημοσίευση: RIZOPOULOS POST

Αλέξης Τσίπρας: Από τα «ωσαννά» στο «σταυρωθήτω»;

Κυριακή των Βαΐων σήμερα. Και μαζί Πρωταπριλιά. Αυτή η ημερολογιακή συντυχία θα μπορούσε να πει κανείς πως αναδεικνύει με μοναδικό τρόπο το απατηλό ψέμα της δόξας. Τη μια Κυριακή τα πλήθη παραληρούν και κραυγάζουν «ωσαννά!» κι αφού μεσολαβήσουν μερικά 24ωρα φωνάζουν εξαγριωμένα «σταυρωθήτω!». Η κοινή γνώμη έχει πάντα τις μεταπτώσεις της.

Όταν η ελπίδα επενδύεται στο πρόσωπο ενός «Μεσσία» που εξυπηρετεί τις επιδιώξεις μας και μας δίνει επιχειρήματα για να στηρίξουμε την πολιτική, οικονομική, θρησκευτική ή όποια άλλη ιδεολογία μας βολεύει, τότε είμαστε πρόθυμοι να αναφωνήσουμε «ωσαννά».

Ωσαννά για » την επανίδρυση του κράτους».  Ωσαννά, «λεφτά υπάρχουν». Ωσαννά, «στο Ζάππειο μια μέρα περιπατούσα…». Ωσαννά, «σκίζουμε τα μνημόνια».  Τη στιγμή του «ωσαννά»,  όσο και να διαφωνεί η αντικειμενική πραγματικότητα για τις δυνατότητες επίτευξης του στόχου, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα. Είναι ένα είδος βοναπαρτισμού που χαρακτηρίζει οριζόντια το πολιτικό σύστημα: «Θα δοξαστούμε ως νικητές και μετά βλέπουμε…».   Ωστόσο και για τους τρείς πρώην πρωθυπουργούς  (Κώστα Καραμανλή, Γιώργο Παπανδρέου και Αντώνη Σαμαρά) αυτό που τελικά φάνηκε ήταν μόνον η συνάντησή τους με την αναπόφευκτη  στιγμή του «σταυρωθήτω», όταν πλέον  η ελπίδα του καλύτερου είχε μετατραπεί σε θυμό κι απογοήτευση.

Τηρουμένων των αναλογιών, αυτό συμβαίνει τώρα και με τον Αλέξη Τσίπρα. Η κοινή γνώμη έχει πλέον μεταστραφεί. Δεν είναι μόνο θέμα δημοσκοπήσεων. Είναι αυτό που εισπράττει κανείς «στο δρόμο» και στις καθημερινές συναναστροφές του. Η μέχρι πρότινος πολιτική αμηχανία που εκφραζόταν με το «και οι άλλοι τι παραπάνω θα κάνουν;» έχει μετατραπεί σε «αει σιχτιρ».

Η  «καθαρή έξοδος» από τα μνημόνια ακούγεται σαν σύντομο ανέκδοτο,  όταν το ΔΝΤ  – παρά τις επίσημες διαψεύσεις – ασκεί ήδη πιέσεις για επίσπευση των μέτρων μείωσης αφορολόγητου και συντάξεων από τις αρχές του 2019.    Όσο για  το «Μακεδονικό» αποδείχθηκε εξαιρετικά πολύπλοκο κι επικίνδυνο καθώς προσεγγίστηκε με αμιγώς επικοινωνιακούς όρους. Ωστόσο η καταφυγή στα σκάνδαλα και στη σκανδαλολογία ελλείψει θετικού πολιτικού αφηγήματος δεν μπορεί να παρατείνει για πολύ ακόμη τη ζωή της παρούσας κυβέρνησης.

Τα «πολιτικά καύσιμα» έχουν σχεδόν τελειώσει και η  «μπάλα» κινδυνεύει να χαθεί. Μιλάμε για κράτος που η αστυνομία συστήνει στους πολίτες να κάνουν πως κοιμούνται όταν μπαίνουν συμμορίες μέσα στα σπίτια τους. Κράτος που επί μια βδομάδα έχει αφήσει χωρίς νερό, διψασμένους και άπλυτους  τους Θεσσαλονικείς, ενώ κατά τα λοιπά «Μακεδονία ξακουστή…». Κράτος που όπως διαπιστώνουμε έχει απολέσει το μονοπώλιο της έννομης βίας, εφόσον σημαίνοντες επιχειρηματίες της χώρας  που συμβαίνει να είναι και ιδιοκτήτες ποδοσφαιρικών ΠΑΕ έχουν πλέον ιδιωτικούς στρατούς,  οι οποίοι δεν αγγίζονται από καμία κρατική αρχή και μπορούν να παρεμβαίνουν βίαια στα πολιτικά τεκταινόμενα της χώρας. Πότε οι μεν να διαλύουν μια συγκέντρωση του Άδωνη Γεωργιάδη και πότε οι δε,  μια άλλη,  του Ευκλείδη Τσακαλώτου.

Ο Τσίπρας σίγουρα δεν είναι χαζός για να μην καταλαβαίνει αυτό που του συμβαίνει. Η κοινωνική δυσφορία πολλαπλασιάζεται με γεωμετρική πρόοδο  και ο σχεδιασμός για διπλές εκλογές – εθνικές και ευρωεκλογές – τον Μάιο του 2019 δεν αντέχει χρονικά, τουλάχιστον αν δεν μεσολαβήσει κάτι «μεγάλο» που θα αλλάξει προς όφελός του τα δεδομένα. Άλλωστε ακούει εισηγήσεις που του λένε πως το στρατηγικό διακύβευμα πλέον είναι το κόμμα και όχι η κυβέρνηση και όσο διατηρούνται δυνάμεις πέριξ του 18 – 20% θα πρέπει να προχωρήσει σε εκλογές και ν’ ανοίξει το δρόμο σε μια «παρένθεση Μητσοτάκη» μέχρι την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας το 2020.

Αλλά ο Τσίπρας είναι και «παίκτης» που δεν βγαίνει εύκολα από το «παιχνίδι”.  Ξέρει πως τα σχέδια επί χάρτου με «παρενθέσεις» και «comeback» καταλήγουν συνήθως στον κάλαθο των αχρήστων. Αν δεν μπορεί όπως φαίνεται να παίξει πλέον με την ελπίδα του καλύτερου, σίγουρα δεν θα διστάσει, βοηθούντος του «πολεμικού κλίματος» με τον Ερντογάν,  να παίξει με τον φόβο του χειρότερου.

Ο κατεψυγμένος μπακαλιάρος και η αναζήτηση εθνικού αφηγήματος

Φτάσαμε στα 197 χρόνια και σε λίγο θα συμπληρωθούν τα 200 από την επανάσταση του 1821, η οποία αποτέλεσε την αφετηρία διαμόρφωσης του Νέου Ελληνισμού,  με βάση τα δυτικά πρότυπα πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής συγκρότησης. Κι αυτό αποδείχθηκε ευλογία και κατάρα.

Ευλογία μεν γιατί η σύγχρονη Ελλάδα αποτελεί έκτοτε αναπόσπαστο τμήμα της ευρωπαϊκής ιστορίας με όλα τα υλικά πλεονεκτήματα που αυτή η θέση  συνεπάγεται για την οικονομία και την κοινωνία της χώρας.

Την ίδια στιγμή όμως αποτέλεσε και κατάρα. Το έχει επισημάνει με οξυδερκή τρόπο και σε ανύποπτο χρόνο, ένας εκ των κορυφαίων ποιητών μας, ο Οδυσσέας Ελύτης. Λέει ωραία σε μια συνέντευξή του,  στην εφημερίδα «Ελευθερία» το 1958: » Από τι πάσχουμε κυρίως; Θα σας το πω αμέσως: από μία μόνιμο, πλήρη και κακοήθη ασυμφωνία μεταξύ του πνεύματος της εκάστοτε ηγεσίας μας και του «ήθους» που χαρακτηρίζει τον βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό του ελληνικού λαού στο σύνολό του! Έχουμε την τάση να παρουσιαζόμαστε διαρκώς διαφορετικοί απ’ ό,τι πραγματικά είμαστε. Και δεν υπάρχει ασφαλέστερος δρόμος προς την αποτυχία, είτε σαν άτομο σταδιοδρομείς είτε σαν σύνολο, από την έλλειψη της γνησιότητας. Το κακό πάει πολύ μακριά. Όλα τα διοικητικά μας συστήματα, οι κοινωνικοί μας θεσμοί, τα εκπαιδευτικά μας προγράμματα, αρχής γενομένης από τους Βαυαρούς, πάρθηκαν με προχειρότατο τρόπο από έξω, και κόπηκαν και ράφτηκαν όπως  –  όπως επάνω σ’ ένα σώμα με άλλες διαστάσεις και άλλους όρους αναπνοής.».

Η επισήμανση ερμηνεύει πολλά απ’ όσα μεσολάβησαν έκτοτε και κυρίως την παταγώδη αποτυχία του ευρώ για την ελληνική οικονομία. Όμως την ίδια στιγμή συνειδητοποιούμε πως η Ελλάδα μόνη της, δεν είναι παρά ένα μικρό πιόνι στη σκακιέρα ενός μεγάλου παγκόσμιου παιχνιδιού. Με κομμένη την ανάσα λοιπόν παραμένουμε εντός της ζώνης του ευρώ, συνεχίζοντας να κλωτσάμε το τενεκαδάκι προς το μέλλον κι όσο πάει…

Αυτό βέβαια είναι και η αιτία της εθνικής μας κατάθλιψης στην οποία έχουμε βουλιάξει μη ξέροντας τι να κάνουμε επί της ουσίας και πως  να βγάλουμε στην επιφάνεια την αυθεντικότητα των βαθύτερων ψυχικών δυνατοτήτων που μας χαρακτηρίζουν ως λαό.

Πως να συμφιλιώσουμε τη σοφία μιας τρισχιλιετούς  παράδοσης  με την «εδώ και τώρα» παγκοσμιοποίηση των αγορών; Πως να χωρέσει το φιλότιμο στην τεχνητή νοημοσύνη; Πως μπορεί να έχει νόημα και περιεχόμενο η δημοκρατία όταν αναδύονται στο προσκήνιο αυταρχικά καθεστώτα που αναβιώνουν τον ανατολικό αυτοκρατορικό δεσποτισμό (Ρωσία, Τουρκία, Ιράν); Πως εννοούνται τα «εθνικά συμφέροντα» από ένα αποεθνικοποιημένο κράτος; Πως να συλλάβουμε μια  «μεγάλη ιδέα» όταν ακόμη μας κατατρώει ο φόβος από την τραγωδία της τελευταίας φοράς που το επιχειρήσαμε; Πως να ξέρουνε τι μπορούνε να γίνουνε οι νεότερες γενιές, αν δεν ξέρουνε ποιοι είναι; Πως ν’ αποφύγουμε έναν ακόμη  διχασμό,  ο οποίος θα βάλει οριστικά ταφόπλακα στη χώρα;

Οι απαντήσεις δεν είναι ούτε απλές, ούτε εύκολες. Από αυτές όμως θα εξαρτηθεί ό,τι μπορεί ακόμη να ονομάζεται «εθνική αυτογνωσία».  Όσο και να αναβάλλουμε τις απαντήσεις, κουνώντας σημαιάκια στις παρελάσεις και τρώγοντας ήσυχα – ήσυχα τον κατεψυγμένο μπακαλιάρο μας, θα έρθει η στιγμή που θα πρέπει να δοθούν. Όταν δεν συνειδητοποιούμε μια εσώτερη κατάσταση, τότε αυτή  προβάλλεται εξωτερικά σαν μοίρα.

Καλύτερα λοιπόν να απαντήσουμε εγκαίρως και απροκατάληπτα, αφού πρώτα  σταματήσουμε ν’ ακούμε μόνον τι λέει η Μέρκελ, ο Τραμπ, ο Πούτιν κι ο Ερντογάν κι αρχίσουμε ν’ ακούμε περισσότερο ο ένας τον άλλο. Και να το κάνουμε με αρετή και τόλμη, όπως αρμόζει σε ελεύθερους, δηλαδή σε συνειδητούς, ανθρώπους.  Ίσως προλάβουμε να διαμορφώσουμε το αφήγημα που μας λείπει,  το αφήγημα που πραγματικά θα μας κάνει να ξαναπιστέψουμε πως αξίζει να είμαστε Έλληνες,  όχι για αυτά που έχουμε ή δεν έχουμε, αλλά γι αυτό που είμαστε. Και αυτό που είμαστε, είναι ο ιδιαίτερος τρόπος να υπάρχουμε ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Δηλαδή να συνθέτουμε. Πότε με αίμα. Πότε με πνεύμα. Πότε και με τα δυο μαζί.

Πρώτη δημοσίευση: RIZOPOULOS POST

«Απόδραση» στην Αθήνα της Μπελ Επόκ με λεωφορείο ΒΙΑΜΑΞ

Η πρόσκληση ήταν εξόχως συναρπαστική. Ένα ταξίδι στο χρόνο. Μια απόδραση από την τρέχουσα επικαιρότητα στις μνήμες της πόλης. Και μάλιστα απόδραση με ένα συλλεκτικό λεωφορείο ηλικίας 57 χρόνων, ένα λεωφορείο “MadeinGreece” από τη ΒΙΑΜΑΞ, το οποίο πέρα από τη καθημερινή προσφορά του στο επιβατικό κοινό της Αθήνας για 43 ολόκληρα χρόνια είχε και πρωταγωνιστικό ρόλο, το 1968, στην ταινία η «Αρχόντισσα και ο Αλήτης» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Αφορμή στάθηκε η δημοσιογραφική παρουσίαση του βιβλίου «’Εζησα την Αθήνα της Μπελ Επόκ» του Μίλτου Λιδωρίκη που εκδόθηκε και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις POLARIS.

«Ψυχή» όλης της προσπάθειας τόσο για την έκδοση του αρχειακού υλικούτου Μίλτου Λιδωρίκη,  πατέρα του γνωστού συγγραφέα και δημιοσιογράφου Αλέκου Λιδωρίκη,  μέσα από σκόρπιες χειρόγραφες σημειώσεις  όσο και για την πρωτότυπη παρουσίασή του είναι η ΖωζωΛιδωρίκη, Πρόεδρος των Διεθνών Σχέσεων Πολιτισμού, η οποία εργάζεται ακούραστα – και με την ιδιότητα της επικεφαλής της Επιτροπής Πολιτισμού του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου – για τον πολιτισμό και τη διασύνδεσή του με την καθημερινότητα της ζωής αλλά και του επιχειρείν.

Το δρομολόγιο ξεκίνησε από το Ζόναρς. Εκεί που την εποχή για την οποία γράφει ο Μίλτος Λιδωρίκης ήταν οι βασιλικοί στάβλοι κι έτσι από το παράθυρο της οικογενειακής κατοικίας του επί της οδού Πανεπιστημίου 10, ανυπομονούσε κάθε απόγευμα να δει τον βασιλιά Γεώργιο Α’ να επισκέπτεται τα άλογά του.  Για να υπάρχει  μια αίσθηση της γεωγραφίας της πόλης εκείνη την εποχή αξίζει να τονιστεί πως όταν η οικογένεια Λιδωρίκη αποφάσισε να φτιάξει επί της Πανεπιστημίου 10 το σπίτι της, πέσανε πάνω της φίλοι και γνωστοί με το επιχείρημα «που θα πάτε να χτίσετε μέσα στα χωράφια;». Νομίζω αποτελεί την καλύτερη σύνοψη του ελληνικού realestate ως και τις μέρες μας.

Κατηφορίζοντας με το λεωφορείο την Πανεπιστημίου και μπροστά στα έκπληκτα μάτια των περαστικών που αναζητούσαν απευθείας το κινητό τους για να αποθανατίσουν το στιγμιότυπο φτάσαμε Ομόνοια.  Καμία σχέση με τη σημερινή παρακμή. Ήταν τότε ο πόλος ψυχαγωγίας και τεχνών και ακτινωτά γύρω της αναπτύσσονταν θέατρα, «καφέ αμάν», «καφέσαντάν», λέσχες, κλπ.

Βγήκαμε στην Πειραιώς που περιγράφεται σαν ένας χωματόδρομος γεμάτος λακούβεςπου ταλαιπωρούσαν τις ρόδες από τις άμαξες και τα κάρα και κάπως έτσι φτάσαμε ως το Νέο Φάληρο που ήταν η «Μύκονος» της εποχής καθώς αποτελούσε το κοσμικό θέρετρο της αθηναϊκής ελίτ.  Το «Nammos» της αθηναϊκήςμπελεπόκ λεγόταν «Ακταίον».

Σε όλη τη διαδρομή και ανάλογα με το κάθε σημείο που βρισκόμασταν  η ΖωζώΛιδωρίκη διάβαζε τα αντίστοιχα αποσπάσματα του βιβλίου και νοερά μας μετέφερε στο κλίμα μιας άλλης εποχής, πολύ διαφορετικής αλλά και κατά κάποιο τρόπο πολύ ίδιας. Πολιτικοί διχασμοί, κοσμικά σκάνδαλα,  συγγραφείς και ποιητές που άλλοι κέρδιζαν την επιβράβευση κι άλλοι έπιναν το πικρό ποτήρι της αφάνειας, θεατρικοί αστέρες που υπέγραφαν αυτόγραφα, καλλονές που έκλεισαν σπίτια, χρηματιστηριακά παιχνίδια και πυρετός του τζόγου.  Το μοτίβο της καθημερινής ζωής είναι πάντα, πάνω – κάτω,  το ίδιο. Αυτό που αλλάζει είναι οι υλικοί όροι της καθημερινότητας και κυρίως η εξέλιξη της τεχνολογίας. Διότι αν κάποτε τα νεαρά κορίτσια ανυπομονούσαν πότε θα παρουσιαστούν σε κάποιο κοσμικό σαλόνι γνωστής οικογενείας, τώρα το κάνουν στο Facebook, σε αυτό το μεγάλο και ευρύχωρο σαλόνι του Μαρκ Ζάκερμπεργκ.

Ακούγοντας τα αποσπάσματα της λεπτομερούς  περιγραφής στη διάρκεια της διαδρομής,  σκεφτόμουν πως θα ήταν πραγματικά μια καλή ιδέα ο Δήμος Αθηναίων μαζί με τη συνεργασία κάποιου φορέα με εμπειρία στην τεχνολογία, π.χ Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, να συγκεντρώσει βιβλία σαν και αυτό, να αξιοποιήσει το σύνολο των πληροφοριών τους  και μέσα πλέον από την τεχνολογία VirtualRealityν’ αναπαραστήσει τη διαχρονική εξέλιξη της Αθήνας ως πρωτεύουσας του νέου ελληνικού κράτους.

Μπορεί η βιομηχανική Ελλάδα να έσβησε άδοξα όπως μαρτυράει το ελληνικής κατασκευής  λεωφορείο της ΒΙΑΜΑΞ που υπάρχει και κινείται ακόμη χάρη στη φροντίδα των συλλεκτών,αδελφών Χάρη και Βαγγέλη Λαζαρόπουλου στους οποίους και ανήκει, αλλά αν υπάρχει μια ελπίδα για το μέλλον, αυτή  είναι να κερδηθεί τουλάχιστον το στοίχημα της μεταβιομηχανικής επανάστασης των τεχνολογιών επικοινωνίας και πληροφορικής. Όταν εκατομμύρια τουρίστες θα βρεθούν και πάλι το καλοκαίρι στην Αθήνα, δεν καταλαβαίνω γιατί εκτός από την ξενάγησή τους στο χώρο να μην έχουν και την ευκαιρία μιας ξενάγησης στο χρόνο. Με ό,τι οικονομικό όφελος αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Αυτό σημαίνει «έξυπνη πόλη».

Όπως λέει ωραία στον επίλογο του βιβλίου του ο Μίλτος Λιδωρίκης «Όλοι μαζί τα ζήσαμε. Πονέσαμε, προσπαθήσαμε κι αγωνισθήκαμε για το καλύτερο μέλλον. Αγωνιζόμεθα και θα αγωνιζόμεθα πάντοτε για μια μεγάλη, προπάντων ευημερούσα, πατρίδα». Αυτή είναι πιστεύω και η μεγάλη αξία αυτού του βιβλίου. Η έμπνευση για τη συνέχιση αυτού του αγώνα,  με τους σύγχρονους όρους του σήμερα. Κι αυτόακριβώς  είναι η ευθύνη και το καθήκον κάθε γενιάς που αγαπάει τα παιδιά της.

 

Βλαντιμίρ Πούτιν: Άλλο διδάκτορας κι άλλο δικτάτορας!

Το να μιλούν για τον Πούτιν στάζοντας το στόμα τους μέλι διάφοροι επιφανείς ιεράρχες της Εκκλησίας το καταλαβαίνω. Είναι οι ίδιοι  που πάνε  και καταθέτουν μηνύσεις  κατά των συντελεστών της παράστασης Jesus Christ Superstar, γιατί λέει η γνωστή ροκ όπερα παρουσιάζει τον Χριστό ως «χίππι». Και ειρήσθω εν παρόδω,  δεν βρίσκεται ένας χριστιανός να πάει να κάνει μήνυση στους μητροπολίτες που παρουσιάζουν το Χριστό ως χοντρό εξουσιομανή ημίτρελο με χρυσοποίκιλτα άμφια…

Αλλά το να αναγορεύει τον Πούτιν σε επίτιμο διδάκτορα ένα ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της χώρας, ομολογώ πως δυσκολεύομαι να το κατανοήσω και όταν διάβασα τη σχετική είδηση, προς στιγμή πίστεψα πως επρόκειτο για “fake news”. Δυστυχώς όμως δεν είναι. Πράγματι, την Πέμπτη 22. 2 ο πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντίμιρ Πούτιν αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας από το Τμήμα Ιστορίας Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Μάλιστα όπως γνωστοποίησε η ρωσική Πρεσβεία στην Αθήνα,  «η  διοίκηση του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου απένειμε στον Βλαντίμιρ Πούτιν τον ανώτατο ακαδημαϊκό τίτλο για το σύνολο του έργου του και για την προσφορά του στις ελληνορωσικές σχέσεις, τα γράμματα, τις τέχνες, την κοινωνία και τη δημοκρατία». Εδώ γελάνε προφανώς!

Όμως το ζήτημα δεν είναι για γέλια.  Ειλικρινά δεν ξέρω ποια είναι η συνεισφορά του Πούτιν σε όλα τα παραπάνω αλλά ξέρω  τις απόψεις και τις ενέργειές του για την εξόντωση των αντιπάλων του, τον ακραίο εθνικισμό του και η περιφρόνησή του για τη δημοκρατία και τον  δυτικό κοινοβουλευτισμό. Ο Πούτιν δεν είναι ο διάδοχος των  των ηγετών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, όπως θέλουν ορισμένοι να εξιδανικεύσουν το Ρώσο Πρόεδρο. Ο Πούτιν είναι ένας σύγχρονος εκφραστής του φασιστικού δόγματος όπως αυτό έγινε πολιτική θεωρία και πράξη από τον Μουσολίνι. Γι αυτό και δεν χάνει την ευκαιρία να επιτεθεί κατά της ρηχότητας του δυτικού υλισμού, κατά της παρακμής των αξιών, κατά των ομοφυλόφιλων, κατά των γυναικών δίνοντας τη μάχη υποτίθεται για τη σωτηρία της «ρώσικης ψυχής».

Ο «πεφωτισμένος συντηρητισμός», όπως είθισται να τον αποκαλεί ο ρωσικός τύπος γιατί δεν μπορεί να πει κάτι διαφορετικό, δεν είναι παρά ο μουσολινικός φασισμός ντυμένος στα ρώσικα χρώματα. Γι αυτό ακριβώς  και ο Πούτιν, σε ένα παραλήρημα μεγαλείου όπως όλοι οι φασίστες που πιστεύουν πως εκπληρώνουν ένα μεταφυσικό πεπρωμένο,  διεκδικεί για τον εαυτό του το δικαίωμα να ερμηνεύσει με τον δικό του τρόπο τις έννοιες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ελευθερίας της έκφρασης, της δημοκρατίας κλπ,  γεγονός που εξηγεί και την ‘επιλεκτική’ ερμηνεία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, των ομοφυλοφίλων, των γυναικών. Αυτή τη στιγμή είναι νόμιμο στη Ρωσία να δέρνει κανείς τη γυναίκα του κι αυτό από μόνο του τα λέει όλα.

Επίτιμος διδάκτορας λοιπόν ο Πούτιν από ακαδημαικό ίδρυμα μια χώρας που θέλει να προβάλλει τον εαυτό της ως «λίκνο της δημοκρατίας»; Ή αυτά είναι καλά μόνο για να τα λέμε στα λόγια; Σίγουρα η δυτική δημοκρατία έχει σοβαρά προβλήματα και οξυμένες αντιφάσεις. Αλλά η υπέρβαση αυτών των προβλημάτων και των αντιφάσεων δεν θα γίνει με την επιστροφή στο σκοτεινό παρελθόν. Η συνταγή αυτή δοκιμάστηκε στο παρελθόν κι απέτυχε αφήνοντας εκατόμβες νεκρών επί ευρωπαϊκού εδάφους. Το να αναζητείται  ένας «Φύρερ», ένας ηγέτης δηλαδή που δεν σκοτίζεται πολύ για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις διεθνείς συνθήκες, είναι η είσοδος σ’ έναν εφιαλτικό λαβύρινθο. Και τυφλός που οδηγεί τυφλούς είναι όπως πάντα ένας «πολύ μάγκας» που δεν ασχολείται με τις «λεπτομέρειες» του πολιτισμού, της δημοκρατίας  και  του δικαίου μπροστά στη μεγάλη εικόνα του «μεγαλείου του έθνους».

Κατανοητές οι δημόσιες σχέσεις ενός Πανεπιστημίου αλλά όλα πρέπει να έχουν κι ένα όριο, όταν μάλιστα μιλάμε για πνευματικά ιδρύματα. Τα οποία,  αν όχι τίποτε άλλο, οφείλουν στοιχειωδώς να ξεχωρίζουν πως άλλο διδάκτορας κι άλλο δικτάτορας.

Πρώτη δημοσίευση: RIZOPOULOS POST