Παραμύθι χωρίς τέλος…

Netter_PI_1418R - Director Ang Lee on the set of LIFE OF PIΣυμπαντικό Παράδοξο: Είσαι ελεύθερος να επιλέξεις αλλά δεν είσαι ελεύθερος από τις συνέπειες των πράξεών σου! Ισχύει;

Είναι μέρες Χριστουγέννων, μέρες των παιδιών και των παραμυθιών, γι αυτό και σας μεταφέρω ένα παραμύθι όπως το άκουγα πιτσιρίκι στην αγκαλιά της συγχωρεμένης της γιαγιάς μου, της Ελευθερίας.

Ένας βασιλιάς είχε δυο κόρες. Θέλοντας να διακριβώσει το μέγεθος της αγάπης τους, μια μέρα τις κάλεσε κοντά του και τους είπε: «Θέλω καθεμιά να μου δώσει μια απάντηση. Πως με αγαπάτε; Σαν τη ζάχαρη ή σαν το αλάτι;». Η μικρή κόρη χωρίς να το πολυσκεφτεί απάντησε: «Μπαμπάκα μου, σαν τη ζάχαρη σ’ αγαπώ!». Το πρόσωπο του βασιλιά έλαμψε από ικανοποίηση. Η μεγάλη, έδειχνε προβληματισμένη. Κύλησαν λεπτά και ώρες ώσπου να καταλήξει: «Πατέρα, σαν τ’ αλάτι σ’ αγαπώ».

Για να μην τα πολυλογώ ο μπαμπάς- βασιλιάς τα πήρε στο κρανίο και την έδιωξε από το παλάτι. Χάθηκε. Γύριζε σε τόπους και βουνά, σε άγριες θάλασσες, σε βάρβαρες χώρες. Όμως δεν ήταν οργισμένη. Ήταν λυπημένη. Θυμόταν ακέραια τη βασιλική καταγωγή της κι ας ζούσε τόσο κάτω από τις δυνατότητές της. Ώσπου ξημέρωσε μια μέρα που έλειπε η λύπη κι άφησε χώρο για το πριγκιπόπουλο μιας ξένης χώρας, που την ερωτεύτηκε μέσα στην πείνα και τη δίψα της, με τα χέρια ματωμένα από τη σκληρή δουλειά στους αγρούς. Και κάνανε έναν περίλαμπρο βασιλικό γάμο. Μια φορά Πριγκίπισσα, για πάντα Πριγκίπισσα!

Τα παραμύθια της γιαγιάς είναι σαν το παλιωμένο κρασί. Τ’ αφήνεις στο σκοτεινό ράφι τους και ποτέ δεν ξέρεις για ποιο σοβαρό λόγο θα χρειαστεί να κατέβεις στο κελάρι, να τα βρεις, να τ’ ανοίξεις, να «πιεις» το νόημα και μετά όλος ο κόσμος να σου φαίνεται αλλιώς. Σαν παιχνίδι.

Όπως φάνηκε και στην ταλαιπωρημένη Πριγκίπισσα του παραμυθιού. Γι αυτό προσκάλεσε στον βασιλικό γάμο της και την πατρική οικογένεια. Δίνοντας ταυτόχρονα την εντολή στους μάγειρες του παλατιού να απουσιάζει παντελώς το αλάτι από τα εξαίσια εδέσματα που θα προσφέρονταν στο γαμήλιο δείπνο. Όπως κι έγινε. Όλοι κατάπιναν με συγκαταβατική ευγένεια. Πλην του βασιλιά – πατέρα της νύφης που ευθαρσώς και εν μέσω όλων των προσκεκλημένων αναφώνησε: «Μα δεν υπάρχει, επιτέλους, λίγο αλάτι;;;».

Την απάντηση ανέλαβε να δώσει η ίδια η απαστράπτουσα νύφη. «Όχι, απόψε δεν υπάρχει. Κάποτε είπα στον πατέρα μου πως τον αγαπώ σαν τ’ αλάτι και με έδιωξε από το παλάτι του».

«Παιδί μου!!! Εσύ είσαι το παιδί μου…..!». Οι τρυφερές λέξεις έβγαιναν από το στόμα του πατέρα – βασιλιά, ανάμιχτες με αναφιλητά ενοχής. Συνήθως έτσι συμβαίνει σε όλα τα “happy ends”.

Το παραμύθι δεν πληροφορεί για την τύχη του βασιλείου του, ούτε ξέρουμε πως πήγε ο γάμος, πάντως μας λέει πως «ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα».

Το μήνυμα του παραμυθιού σαφές. Ο τρόπος που εκφράζουμε τα συναισθήματά μας μπορεί να ικανοποιεί ή να απογοητεύει τους άλλους. Μπορεί να μας πάρουν αγκαλιά ή να μας διώξουν κακήν κακώς από μπροστά τους. Το ζήτημα είναι να έχουμε το θάρρος της γνώμης μας. Να είμαστε αληθινοί και ελεύθεροι στην έκφραση της επιλογής μας, όσο κι αν φαίνεται πως μπορεί να μας ξεβολέψει ή να μας στοιχίσει τη συνηθισμένη ευκολία μας.

Ωστόσο, έχω τη διαίσθηση πως αν ρωτούσε σήμερα κάτι σχετικό ένας μπαμπάς την «Πριγκίπισσά» του, εκείνη θα απαντούσε: « Σε αγαπώ σαν την κανέλα».

Αυτό είναι το νόημα της νέας εποχής που έρχεται και θέλει να κάνει ενδιαφέρουσες συνθέσεις για να υπερβεί τα μεγάλα διλλήματα του «παλιού κόσμου». Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρει. Ξέρω όμως πως έχει το δικαίωμα να πειραματιστεί. Έχει δικαίωμα να προσπαθήσει «να μπει στην κουβέντα» και να εκφραστεί μ’ έναν δικό της ξεχωριστό και ιδιαίτερο τρόπο, ο οποίος θα υπερβαίνει το «άσπρο» και το «μαύρο», χωρίς να καταλήξει «γκρι».

Το να μην παίρνουμε – εμείς, οι μεγάλοι «βασιλιάδες» του «παλιού κόσμου» – την απάντηση όπως την περιμένουμε, δεν σημαίνει πως η νέα γενιά αδιαφορεί ή δεν σκέφτεται. Σημαίνει μόνον πως ενδιαφέρεται και σκέφτεται διαφορετικά. Δεν χρειάζεται πάντα να θυσιάζεται μια νέα γενιά για να ξαναζήσει η ανθρωπότητα το «Πόλεμος και Ειρήνη». Έχει σωρευτεί τόση γνώση και δικτυώνεται σήμερα τόσα γοργά η ευφυΐα και η εμπειρία, ώστε η νέα γενιά ζητάει να έχει δικαίωμα, αν θέλει, να ζήσει «Τη ζωή της Αντέλ». Ή «Τη ζωή του Πι». Είναι δικαίωμά της να κάνει μια τέτοια επιλογή κι έχουμε την ηθική υποχρέωση έναντι του μέλλοντος να τη στηρίξουμε. Θετικά. Είναι τα παιδιά μας. Τους αξίζει Αγάπη και Αφθονία. Έχουν δικαίωμα και αυτά να πειραματιστούν και να γνωρίσουν τον εαυτό τους. Μην τους κλείνουμε τις πόρτες. Ακόμη κι αν πρέπει να υπομείνουν τις συνέπειες των πράξεών τους, πρέπει να τα βοηθήσουμε να τις αντέξουν και να τις ξεπεράσουν. Αυτό δεν ζητάμε, άλλωστε, όλοι μας από τον Θεό; Πως ζητάμε κάτι που δεν δίνουμε στα παιδιά μας;

Το συμπαντικό παράδοξο λοιπόν ισχύει. Ωστόσο, η Αγάπη είναι αυτή που ανοίγει το μυαλό και την καρδιά. Η Αγάπη είναι αυτή που αποκαλύπτει τον αληθινό μας εαυτό. Διότι είναι αυτή που τα συγχωρεί όλα σε όλους. Δεν μετράει ούτε τόκους, ούτε χρέη. Η αφήγηση της Αγάπης είναι η νέα αφήγηση που ψάχνει σήμερα απεγνωσμένα ο κόσμος μας. Για να βρει τον αληθινό εαυτό του και να μην κατρακυλήσει ακόμη πιο βαθιά μέσα στην ενοχική υποκρισία, η οποία είναι πάντα ολοκληρωτική, καταστροφική και μισαλλόδοξη.

Στο τέλος – τέλος , το να είσαι αληθινά ο εαυτός σου είναι ο μόνος δρόμος για μια νόστιμη ζωή που αξίζει πραγματικά να τη γευτείς. Είναι ο δρόμος για νέα παραμύθια, τα οποία θα συνθέτονται και θα μεταδίδονται ως δεδομένα μέσα από κβαντικούς υπολογιστές ή θα «μαγεύουν» σαν φωτεινά ολογράμματα στον ουρανό. Και μεθαύριο … ποιος ξέρει; Μπορεί να επικοινωνούνται τηλεπαθητικά. Έτσι είναι. Ο κόσμος αλλάζει. Ένα ζωντανό παραμύθι χωρίς τέλoς…

Η Επανάσταση της Αγάπης

free_love_spellsΚάθε τόπος είναι ιερός, δεν χωράει αμφιβολία περί αυτού. Αξίζουν τον ίδιο σεβασμό τα νεκροταφεία των Ινδιάνων, όπως και η έρημος των Εβραίων, όπως και οι λίμνες και τα ποτάμια των Βίκινγκς, όπως τα βουνά της Πίνδου και τα αιγαιοπελαγίτικα ακρογιάλια στην Ελλάδα.

Όποτε έχω τη χαρά να βρίσκομαι πάνω στα βουνά της Ευρυτανίας, τα μυαλά μου παίρνουν αέρα. Είναι αλλιώς. Και το φως του ήλιου και ο άνεμος στο πρόσωπο και η ανάσα από τα ελατοδάση, όπως και το μην χορταίνεις να βλέπεις να πέφτει το πρώτο χιόνι πάνω στο Βελούχι. Είναι μια εμπειρία αυθεντικής ελευθερίας, χαρισμένη από τη φύση.

Αν το καλοσκεφτείς κάθε τόπος πονάει για τους ανθρώπους του. Γιατί έχει ζυμωθεί με τον ιδρώτα τους και το αίμα τους. Και παντού σε κάθε τόπο, είναι το τραγούδι της γης αυτό που δονεί τις ψυχές των ανθρώπων.

Κι όλα τα τραγούδια της γης, τα τραγούδια κάθε ιερού τόπου, έχουν εξαιρετικά διδακτικές ιστορίες να αφηγηθούν, για τη φυλή των ανθρώπων. Γι’ αυτό είναι όλα άξια σεβασμού και απόδοσης τιμής. Γι’ αυτό κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να τραγουδάει ελεύθερα, το τραγούδι που δονεί την ψυχή του. Δεν έχει σημασία αν αυτό το τραγούδι ακούγεται σαν τσάμικο ή σαν hip hop. Σημασία έχει να κάνει την καρδιά να ανοίγει.

Είναι το τραγούδι που του λέει πως είναι πολύ σπουδαίο να βρίσκεται σε όρθια στάση σε αντίθεση με το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο κι αυτό πρέπει να το τιμά και να το σέβεται. Να κοιτάζει ψηλά στον ουρανό, όχι με φόβο αλλά με θαυμασμό κι αγάπη. Όπως νιώθει ένα παιδί στην αγκαλιά της μάνας του.

Βέβαια, τα παιδιά μεγαλώνουν κι αρχίζουν τις παιδιάστικες χαζομάρες, ενίοτε χάνουν και τον έλεγχο. Η αλαζονεία είναι θανάσιμο αμάρτημα. Το ζήτημα είναι αν θα προλάβουν να φωνάξουν «Παναγιά μου!», μη τα βρει κάνα κακό. Έτσι το’ χαμε στην ελληνική παράδοση. Κι ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη μάνες που «σταυρώνουν» τα παιδιά τους στις πόρτες.

Είναι κι όλες αυτές οι μάνες, κυριολεκτικά και μεταφορικά, που χαρίζουν καθημερινά στις ενορίες τον καλύτερο εαυτό τους, στηρίζοντας ένα τεράστιο έργο αλληλεγγύης της Ελληνικής Εκκλησίας. Κι αυτές οι εθελόντριες της καλοσύνης, όχι μόνο δεν βαρυγκωμούν αλλά σηκώνουν τα μάτια στον ουρανό με ευγνωμοσύνη λέγοντας «Δόξα Σοι ο Θεός!».

Δεν το διαφημίζουν πουθενά, ούτε θα μπουν ποτέ στις κοσμικές στήλες τα ονόματά τους. Μαγειρεύουν, πλένουν, καθαρίζουν, ψωνίζουν προμήθειες, δίνουν χρήματα. Είναι το πρόσωπο της καλύτερης Ελλάδας αυτή τη στιγμή. Και δεν είναι μόνες…

Eίναι και πατεράδες. Τρώνε όλη μέρα τα χέρια τους, τα πόδια τους, το μυαλό τους, για να μπορούν να προστατέψουν όλους αυτούς που αγαπούν. Προσπαθούν όλο και περισσότερο για να τα φέρουν σε πέρας μέσα σε δύσκολους καιρούς και το κάνουν αναλαμβάνοντας την ευθύνη που πάντα πρέπει να έχει ένας ακέραιος άντρας απέναντι σε ό,τι αγαπάει σαν «σπίτι του».

Παντού μαζεύονται μαύρα σύννεφα στον ορίζοντα. Παντού όμως υπάρχουν άνθρωποι , οι οποίοι προσφέρουν αγάπη, υποστήριξη, αλληλεγγύη, προστασία, μέριμνα, θαλπωρή. Και το κάνουν όχι καταναγκαστικά αλλά ως αυτοπραγμάτωση της ανθρώπινης ελευθερίας μέσα από την Αγάπη. Αυτό σημαίνει να είσαι σε όρθια στάση. Να είσαι φίλος του Θεού και όχι σκλάβος. Να δίνεις και να λες «Δόξα σοι ο Θεός».

Ναι, τραβάμε ζόρια. Αλλά το σημαντικό είναι να μην σταματήσουμε να χαρίζουμε Αγάπη. Διαβάζω αυτές τις μέρες το τελευταίο και πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του σύγχρονου Γάλλου φιλοσόφου Luc Ferry με τον τίτλο «Η Επανάσταση της Αγάπης». Σημειώνει εύστοχα πως η Αγάπη δεν μπορεί να αφορά μόνον τη μυθοπλασία, τον κινηματογράφο και το τραγούδι. Πρέπει να είναι ζωντανή και πανταχού παρούσα, γιατί αυτή μας «αναγκάζει» να μην υποκύψουμε στην παραίτηση και στην απαισιοδοξία. Έχει δίκιο. Η Αγάπη μας κρατάει όρθιους. Οι άνθρωποι που αγαπάμε, μας κρατάνε όρθιους.

Γι’ αυτό πρέπει να αντιληφθούμε την Αγάπη – κατά τον Ferry – ως το μόνο που έχουμε πραγματικά ανάγκη, για να ανακτήσουμε τον έλεγχο της πορείας του κόσμου που μας διαφεύγει κάθε μέρα και πιο πολύ. Είναι το φαινόμενο που ο Ferry αποκαλεί «δημοκρατική αποστέρηση». Το τιμόνι της εξέλιξης των πραγμάτων έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο κι ο κόσμος μοιάζει να έχει ξεμείνει από πιλότο, με αποτέλεσμα η πορεία του να γίνεται δομικά τυχαία και ανεξέλεγκτη. Προφανώς είναι ώρα να σκεφτούμε και να πράξουμε αλλιώς.

Ευτυχώς, υπάρχει και «ο δρόμος ο λιγότερο ταξιδεμένος». Ο δρόμος της δοτικότητας, της χαριστικότητας και της Αγάπης. Όταν ανοίγει η καρδιά, ανοίγουν οι ουρανοί. Μη χάνεις αυτή την εμπειρία. Χάρισε…! Ό,τι και όσο μπορείς. Όλα μετράνε στη Μαγεία των Χριστουγέννων! Αυτό δεν έκαναν και οι Μάγοι με τα δώρα;

Το Μανιφέστο της Ευτυχίας

cropped-heterocouple.jpgΟι αληθινά μυημένοι στα μυστικά της καλής ζωής, ξέρουν μόνο ένα πράγμα. Δεν ερχόμαστε σε αυτόν τον συμπαθητικούλη, αν και απατηλό, κόσμο για να κερδίζουμε στη ζωή αλλά για να κερδίσουμε τη ζωή!

Σπουδαίο μάθημα. Καμιά βούληση δεν μπορεί να είναι ελεύθερη όσο η ζωή είναι αυτή που είναι. Άστατη, αινιγματική, κυκλοθυμική, πότε τρυφερή και πότε σκύλα, πότε σοφή και συνετή και πότε χαώδης και μυστηριώδης. Πότε να μας γεμίζει υποσχέσεις και πότε να τις παίρνει όλες μία μία πίσω. Να γελάει με σαρκασμό ενώ γεμίζει δάκρυα και αγωνία. Ξέφρενη βακχίδα. Εκδικητική Αμαζόνα. Εσχάτως, σε κατάθλιψη. Γιαγιά όλων των παραμυθιών. Μάγισσα με φίλτρα και με ξόρκια, εξίσου ικανή να φέρνει φως και να βυθίζει στο σκοτάδι.

Οι πολλοί ακολουθούν τον «οδηγό χρήσης για τη ζωή», τον οποίο «εκδίδει» ο εκάστοτε κυρίαρχος πολιτισμός μέσα στην ιστορία. Ωστόσο, ο κοινός παρονομαστής είναι πάνω κάτω ο ίδιος. Πρόκειται για την εξουσιαστική επιβολή πάνω στους άλλους, δηλαδή για την εξουσιαστική επιβολή πάνω στην ίδια τη ζωή.

Άσχετα με ό, τι κάνουμε ή λέμε μέσα σε κάθε ιστορική εποχή, αυτό που όλοι βαθιά επιθυμούμε και δεν έχει νόημα να το αρνούμαστε υποκριτικά, είναι να ρίξουμε τη ζωή στο κρεβάτι. Να την υποτάξουμε. Να κάνουμε τη ζωή να μοιάζει με σκυλίτσα που κουνάει χαρούμενα την ουρίτσα της. Διαφορετικά, την τρέμουμε και τη φοβόμαστε σαν λύκαινα.

Για αυτό και σε κάθε ιστορική εποχή υπάρχουν αυτοί που προσπαθούν να την εξαγοράσουν, να τη βιάσουν, να την εξευτελίσουν ή να την εξευμενίσουν, να την τρομάξουν ή να την γελοιοποιήσουν, να την περιφρονήσουν, ακόμη και να την αρνηθούν. Εφόσον «η ζωή είναι πουτάνα» δεν της αξίζει έτσι κι αλλιώς καλύτερη μεταχείριση, όπως λένε τα αναπαραγόμενα ανά τους αιώνες «πατριαρχικά» στερεότυπα.

Υπάρχουν όμως πάντα και κάποιοι λίγοι. Πνεύματα ανήσυχα, αναρχικά, με ροπή στον μυστικισμό καθώς το βλέμμα τους πλανιέται στο αόρατο και εισπνέουν το άπειρο. Αυτοί αντιμετωπίζουν τη ζωή με στρατηγική φλερτ, την οποία μόνο μεγάλοι εραστές ακολουθούν για να οδηγήσουν μια femme fatale στο κρεβάτι τους, χωρίς το κίνδυνο να καταλήξουν οι ίδιοι κλόουν.

Αυτοί οι λίγοι, λοιπόν, ανά τις εποχές, πιστεύουν πως ό,τι κάνει μια femme fatale να παραιτηθεί από αυτό που είναι για να γίνει αυτό που θέλεις, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τη ζωή. “As above, so below” όπως θα έλεγε ένας σύγχρονος «γκουρού» της διαφήμισης και της επικοινωνίας. Όπως, επίσης, ένας σύγχρονος «γκουρού» τεχνικών νευρο-γλωσσικού προγραμματισμού, θα σας μάθαινε πως τα συναισθήματα, στην πραγματικότητα, είναι επιλογές.

Η μυστική συνταγή που κρύβεται στις λέξεις, βεβαιώνει πως η μεταμόρφωση της ζωής, απαιτεί αθάνατο Έρωτα, δημιουργική Ευφυία και απόλυτο σεβασμό της Ελευθερίας της.

Αυτά τα 3Ε παραδίδονται ως τα τρία μαγικά συστατικά της Ευτυχίας. Αν δεν τα βάλεις όμως και τα τρία στη σωστή τους θέση, η ζωή δεν γυρίζει εύκολα για να σε κοιτάξει. Όμως αξίζει το ρίσκο, ακόμη κι όταν νιώθεις να παίζεις στα άκρα. Διότι εκείνη τη μία στις τόσες που το κάνει, αν γυρίσει και σε κοιτάξει και μείνει ερωτευμένη με την πρώτη ματιά, αν σε επιλέξει δηλαδή, τότε ανοίγει μια τεράστια αυλαία και δείχνει τι πάει να πει ΕΥ – ΤΥΧΙΑ.

Το να κερδίζεις στη ζωή, είναι ανθρώπινο. Όμως το να κερδίσεις τη ζωή, κάνοντάς την να σε αγαπήσει, είναι άλλο… level. Θεϊκό!

Δοκίμασε, σου λέω… Είναι φυσικό μας δικαίωμα. Μη ντρέπεσαι. Άπλωσε το χέρι, όσο αβίαστα έμαθες να το κάνεις και στο ράφι του σούπερ μάρκετ. Ο καρπός σε περιμένει πάντα. Κατάλαβε, επιτέλους, τι σου δίνει η Γυναίκα. Διότι όπως είπε και ο μεγάλος James Brown “This is a man’s world, this is a man’s world / But it wouldn’t be nothing, nothing without a woman or a girl”.

Αντίπαλος της πλήξης είναι μόνον η έκπληξη

ARENA-11Τον Αργύρη είχα να τον δω από τα φοιτητικά μας χρόνια στο Πολιτικό της Νομικής. Τέλη της δεκαετίας του 80. Κάναμε κολλητή παρέα τότε. Λίγη επανάσταση, λίγο πανεπιστήμιο, λίγη δουλειά, χαβαλές, γκόμενες, πολλοί δίσκοι βινυλίου, πολλή φαντασία, πολύ αλκοόλ, κάνα τσιγαριλίκι που και που, μαζί με ατέλειωτες συζητήσεις για την «Κοινωνία του θεάματος» του Γκυ Ντεμπόρ, για το τι ήθελε να πει ο Μπουνιουέλ στον «Ανδαλουσιανό Σκύλο» και για το πώς διεκδικεί κανείς το ανέφικτο. Καλά ήταν. Τα καταναλώσαμε όλα και μετά πήρε ο καθένας το δρόμο του.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν δεν έτυχε ποτέ να συναντηθούμε. Κάποια στιγμή είχα ακούσει πως είχε επιστρέψει στη γενέτειρα πόλη του κι είχε ανοίξει μια δική του επιχείρηση που πήγαινε πολύ καλά. Προχθές τον αναγνώρισα μετά από αρκετή προσπάθεια μέσα στο μετρό. Εγώ όρθιος, εκείνος καθόταν, ο συρμός γεμάτος κόσμο. Παρατηρώντας τον αρκετή ώρα μέχρι να τον αναγνωρίσω, συνειδητοποίησα πως η όψη του είχε κάτι που δεν μπορούσα εύκολα να το περιγράψω. Αυτό συνέβη διότι δεν τον κοίταζα με την αφηρημένη προσοχή που έχω συνήθως μέσα στο πλήθος των επιβατών. Τον κοίταζα με την προσοχή που κοιτάζει κανείς ένα σύμβολο. Συμβόλιζε τον κανένα αλλά και τον καθένα. Στην επόμενη στάση όρμησε προς την πόρτα και αποβιβάστηκε βιαστικά. Δεν πρόλαβα να του μιλήσω. Αλλά καθώς απομακρυνόταν με ταχύ βήμα στην αποβάθρα, κατέληξα στη διάγνωση της όψης του. Επρόκειτο για πλήξη!

Δύσκολα μπορεί να βρει κανείς έναν ακριβή ορισμό της πλήξης. Συνήθως συγχέεται με τη βαρεμάρα και σε άλλες περιπτώσεις με την κακοκεφιά, την κόπωση ή μια αόριστη μελαγχολία που κάνει τα πρόσωπα σκεφτικά χωρίς το μυαλό να σκέφτεται απολύτως τίποτα. Πράγματι, η πλήξη μπορεί να συνδέεται με όλα αυτά, μπορεί να τα εμπεριέχει ως συστατικά, αλλά δεν εξαντλείται σε αυτά. Είναι κάτι πιο βαθύ, πιο οξύ και πιο θεμελιακό μέσα στον ανθρώπινο ψυχισμό.

Η πλήξη είναι κατά τη γνώμη μου ένας σωματοποιημένος μηδενισμός. Μια αίσθηση κενότητας ή και χάους για τα πράγματα και τον κόσμο, η οποία μεταφρασμένη ως πλήξη έχει ένα και μόνο «αντίδοτο»: τον καταναλωτισμό. Μέσα στην πλήξη, μέσα σε αυτόν τον σωματοποιημένο μηδενισμό, τίποτα δεν έχει αληθινό νόημα και αξία αν δεν μπορείς να το καταναλώσεις. Προϊόντα, εμπειρίες, άνθρωποι, ο πλανήτης ολόκληρος, καταναλώνονται για τη διασκέδαση της πλήξης. Για αυτό όσο υποχωρεί, μέσα στη σημερινή κρίση, η δυνατότητα μεγάλων δόσεων αυτού του «αντίδοτου», τόσο η πλήξη επελαύνει ακάθεκτη.

Αυτή η «φιλοσοφία» της πλήξης έχει σκεπάσει τις δυτικές κοινωνίες τις τελευταίες δεκαετίες. Αφού πρώτα υπονόμευσε και έθαψε ιδεολογίες, αξίες, θρησκείες, παραδόσεις και αρετές, δεν έκανε άλλο παρά να σκορπά τη φήμη πως τα πάντα είναι εύθραυστα και εφήμερα, πως στερούνται αληθινού νοήματος, πως ζούμε στην πραγματικότητα μέσα σε ένα ολοστρόγγυλο μηδέν και άρα αν υπάρχει κάτι «συνετό» αυτό είναι μόνον να καταναλώνεις και να ξοδεύεις ό,τι προλάβεις. Ένα Pal Zileri κοστούμι, μια Hermes, ένα iPad, ένα «one night stand», μια μεζονέτα στα βόρεια ή στα νότια, είναι καταναλώσεις ικανές να ξορκίσουν τον δαίμονα της πλήξης. Αλλά όχι για πολύ. Μετά πρέπει κι άλλο… κι άλλο… κι άλλο…

Έτσι, η πλήξη δημιούργησε ένα κελί χωρίς όρια. Ένας φυλακισμένος μπορεί να αποδράσει, μπορεί να ονειρεύεται μια εξέγερση ή μπορεί να ελπίζει πως θα γίνει ένας σεισμός για να καταρρεύσουν οι τοίχοι της φυλακής του. Ο άνθρωπος της πλήξης όμως, στερημένος από το «αντίδοτο» του καταναλωτισμού, μπορεί να βρει νόημα; Μπορεί να σκεφτεί και να πράξει αλλιώς;

Α ρε Αργύρη …. σε τι σκέψεις με έβαλες! Τη ζωή σου, τελικά, πρέπει να τη διαβάζεις ξανά και ξανά για την καταλάβεις. Έτσι, το βράδυ όταν γύρισα σπίτι το «πήρα αλλιώς». Δεν έκανα την πληκτική ερώτηση «τι θα φάμε;», ούτε άνοιξα την τηλεόραση. Πήγα κατευθείαν στην κουζίνα κι άρχισα να αυτοσχεδιάζω με ό,τι έβρισκα. Εντάξει, δεν είμαι ο Σκαρμούτσος αλλά κατάφερα να φτιάξω δυο πιάτα πράσινης σαλάτας με καλοψημένο μπέικον, τριμμένο τυρί γκούντα, καλαμπόκι, μικρά τοματίνια, πράσινες πιπεριές, τραγανά νάτσος και την περιέλουσα με μια δικής μου έμπνευσης σως από γιαούρτι. Παρουσιάζοντας τη δημιουργία μου αναφώνησα «Βίβα Μέξικο!». Η γυναίκα μου είχε μείνει έκ – πληκτη! Με φίλησε με ένα πάθος που είχε καιρό να μου δείξει.

Η δυνατότητα του «αλλιώς» υπάρχει πάντα και μπορεί πάντα να κάνει την έκπληξη! Είχα την απάντησή μου.

Χαμένες είναι μόνον οι μάχες που δεν δόθηκαν

foto_arena«Έλα μωρέ, χαμένη μάχη είναι… δεν υπάρχει καμιά ελπίδα». Το άκουσα δυο – τρεις φορές τις τελευταίες ημέρες από διαφορετικούς ανθρώπους σαν άποψη ή σχόλιο για πολύ διαφορετικές περιστάσεις. Είναι λόγια που αποπνέουν ένα ηχόχρωμα παραίτησης ή μοιρολατρίας. Ίσως γιατί τείνει να γίνει κυρίαρχη η νοοτροπία του «εγγυημένου αποτελέσματος» που τροφοδοτεί μια κουλτούρα ευκολίας και βολέματος.

Η ιστορία δείχνει όμως το αντίθετο. Καμιά μάχη και καμιά προσπάθεια δεν είναι μάταιη. Ακόμα και αν πρόκειται για τον αγώνα ή την προσπάθεια ενός και μόνον ανθρώπου. Ακόμα και όταν η έκβαση της μάχης είναι βέβαιο ότι θα συναντήσει την ήττα, στην επόμενη στροφή…

Η σύγχρονη Δύση που φέρει μέσα της την κλασική ελληνική αρχαιότητα, διαμορφώθηκε από τα ουμανιστικά ιδεώδη της αναγέννησης και του διαφωτισμού. Μας έμαθε ότι το άτομο είναι ελεύθερο να κατανοήσει και να βελτιώσει τον εαυτό του και τον κόσμο. Μας έμαθε ότι το ιδανικό ως καθολική αξία υπερβαίνει τα υποκείμενα και τις αντίξοες συνθήκες και παραμένει εκεί ψηλά για να υπηρετηθεί. Ανεξάρτητα από το πλήθος των ανθρώπων που θα το υπερασπιστούν. Αρκεί και ένας. Ανεξάρτητα από τη νίκη ή την ήττα. Έτσι γεννιούνται τα σπουδαία παραδείγματα.

Η θετική πλευρά της ατομικότητας αναδεικνύει εκείνη τη δεξιότητα, που οδήγησε ανθρώπινες μονάδες –στη διάρκεια της ιστορίας- να σηκώσουν το κεφάλι τους πιο πάνω από το προβλέψιμο και επιτρεπόμενο όριο του λάκκου που μας καλύπτει όλους και να αναπνεύσουν καθαρό αέρα. Να νοηματοδοτήσουν τη ζωή τους. Έστω και για μια στιγμή. Είναι αυτοί που εξακολουθούν να μας εμπνέουν για να μην παραδοθούμε, στο τέλος-τέλος, αμαχητί. Η διαφορά μεταξύ αδύνατου και δυνατού βρίσκεται σε αυτή την αποφασιστικότητα.

Αξίζει λοιπόν να μας προβληματίσει ο τρέχων εύκολος και βολικός εφησυχασμός στη θαλπωρή της ματαιότητας των προσπαθειών. Διότι, τελικά, τι συμβαίνει; Ακολουθούμε έναν δρόμο που κάποιος ή κάτι χάραξε για εμάς; Ή χαράζουμε εμείς το δρόμο; Κι αν δεν τον χαράζουμε εμείς, τέλος πάντων, να αφήσουμε την… «Αθηνά» να δράσει ανενόχλητη ή να κινήσουμε κι εμείς τη «χείρα» μας λιγάκι;

Το πεπρωμένο είναι στο χέρι μας: μεταφορικά και κυριολεκτικά. Εκτός από τις γραμμές του χεριού που αρέσκονται να ερμηνεύουν οι τσιγγάνες, είμαστε ΕΜΕΙΣ που έχουμε τη δυνατότητα να οδηγήσουμε τη μοίρα στο μονοπάτι της καρδιάς μας ή να της δώσουμε μια κλωτσιά και να πάει πέρα.

Σα να λέμε… το πεπρωμένο είναι το τιμόνι κι εμείς ο οδηγός. Το αμάξι που οδηγούμε είναι η ζωή που κάνουμε και, φυσικά, δεν διαθέτει απεριόριστη βενζίνη. Το ζήτημα είναι να κατορθώσουμε να βρούμε τον προορισμό μας, προτού τελειώσει ο χρόνος, η βενζίνη. Γιατί στο δρόμο μας ούτε πινακίδες υπάρχουν ούτε βενζινάδικα. Υπάρχουν λογάδες, γραμματικοί, ποιητές, συγγραφείς, εξουσίες, παραεξουσίες, συμβουλές, πρέπει και μη, αλλά υπάρχουμε πάνω απ’ όλα εμείς και τα όνειρά μας, οι δυνατότητές μας, οι ιδέες μας και η καρδιά μας.

Για αυτό υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα αυτοί που δεν το βάζουν κάτω. Αυτοί που σκονίστηκαν, ζορίστηκαν, γρατζουνίστηκαν, πληγώθηκαν, μα φτάσανε. Μπορεί και να είναι γραφτό σου να δυσκολευτείς στη ζωή, μα στο χέρι σου να φτιάξεις την καρδιά και το μυαλό σου κατάλληλα για να χειρίζονται δυσκολίες και φουρτούνες.

Υπάρχει, δεν υπάρχει «Αθηνά», αν δεν κουνήσεις το χέρι σου, θα είσαι ένα υποχείριο. Μπορεί, βέβαια, να ευτυχήσεις, αλλά ως πιόνι. Αν ούτε «Αθηνά» υπάρχει και ούτε το χέρι σου κουνήσεις, θα αιωρείσαι άπραγος στο σύμπαν και διόλου δεν θα τιμήσεις το ανυπέρβλητο δώρο. Τη ζωή.

Εν ολίγοις, αν δεν θέλουμε ή αν έχουμε μάθει να μην μπορούμε να κάνουμε κάτι για τη ζωή που μας ανήκει, τότε δεν μας αξίζει μια καλή μοίρα, αν υποθέσουμε ότι αυτή υπάρχει σαν έννοια.

Ας μην ξεχνάμε ότι μοίρα, σημαίνει μερίδα, μερτικό, που Κάτι εκεί ψηλά μπορεί να μάς μοιράζει, αλλά εμείς, μονάχα εμείς, μπορούμε να απλώσουμε το χέρι και να το γευτούμε… Ακόμη κι αν έχει χρειαστεί να δώσουμε χαμένες μάχες.