Αντίπαλος της πλήξης είναι μόνον η έκπληξη

ARENA-11Τον Αργύρη είχα να τον δω από τα φοιτητικά μας χρόνια στο Πολιτικό της Νομικής. Τέλη της δεκαετίας του 80. Κάναμε κολλητή παρέα τότε. Λίγη επανάσταση, λίγο πανεπιστήμιο, λίγη δουλειά, χαβαλές, γκόμενες, πολλοί δίσκοι βινυλίου, πολλή φαντασία, πολύ αλκοόλ, κάνα τσιγαριλίκι που και που, μαζί με ατέλειωτες συζητήσεις για την «Κοινωνία του θεάματος» του Γκυ Ντεμπόρ, για το τι ήθελε να πει ο Μπουνιουέλ στον «Ανδαλουσιανό Σκύλο» και για το πώς διεκδικεί κανείς το ανέφικτο. Καλά ήταν. Τα καταναλώσαμε όλα και μετά πήρε ο καθένας το δρόμο του.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν δεν έτυχε ποτέ να συναντηθούμε. Κάποια στιγμή είχα ακούσει πως είχε επιστρέψει στη γενέτειρα πόλη του κι είχε ανοίξει μια δική του επιχείρηση που πήγαινε πολύ καλά. Προχθές τον αναγνώρισα μετά από αρκετή προσπάθεια μέσα στο μετρό. Εγώ όρθιος, εκείνος καθόταν, ο συρμός γεμάτος κόσμο. Παρατηρώντας τον αρκετή ώρα μέχρι να τον αναγνωρίσω, συνειδητοποίησα πως η όψη του είχε κάτι που δεν μπορούσα εύκολα να το περιγράψω. Αυτό συνέβη διότι δεν τον κοίταζα με την αφηρημένη προσοχή που έχω συνήθως μέσα στο πλήθος των επιβατών. Τον κοίταζα με την προσοχή που κοιτάζει κανείς ένα σύμβολο. Συμβόλιζε τον κανένα αλλά και τον καθένα. Στην επόμενη στάση όρμησε προς την πόρτα και αποβιβάστηκε βιαστικά. Δεν πρόλαβα να του μιλήσω. Αλλά καθώς απομακρυνόταν με ταχύ βήμα στην αποβάθρα, κατέληξα στη διάγνωση της όψης του. Επρόκειτο για πλήξη!

Δύσκολα μπορεί να βρει κανείς έναν ακριβή ορισμό της πλήξης. Συνήθως συγχέεται με τη βαρεμάρα και σε άλλες περιπτώσεις με την κακοκεφιά, την κόπωση ή μια αόριστη μελαγχολία που κάνει τα πρόσωπα σκεφτικά χωρίς το μυαλό να σκέφτεται απολύτως τίποτα. Πράγματι, η πλήξη μπορεί να συνδέεται με όλα αυτά, μπορεί να τα εμπεριέχει ως συστατικά, αλλά δεν εξαντλείται σε αυτά. Είναι κάτι πιο βαθύ, πιο οξύ και πιο θεμελιακό μέσα στον ανθρώπινο ψυχισμό.

Η πλήξη είναι κατά τη γνώμη μου ένας σωματοποιημένος μηδενισμός. Μια αίσθηση κενότητας ή και χάους για τα πράγματα και τον κόσμο, η οποία μεταφρασμένη ως πλήξη έχει ένα και μόνο «αντίδοτο»: τον καταναλωτισμό. Μέσα στην πλήξη, μέσα σε αυτόν τον σωματοποιημένο μηδενισμό, τίποτα δεν έχει αληθινό νόημα και αξία αν δεν μπορείς να το καταναλώσεις. Προϊόντα, εμπειρίες, άνθρωποι, ο πλανήτης ολόκληρος, καταναλώνονται για τη διασκέδαση της πλήξης. Για αυτό όσο υποχωρεί, μέσα στη σημερινή κρίση, η δυνατότητα μεγάλων δόσεων αυτού του «αντίδοτου», τόσο η πλήξη επελαύνει ακάθεκτη.

Αυτή η «φιλοσοφία» της πλήξης έχει σκεπάσει τις δυτικές κοινωνίες τις τελευταίες δεκαετίες. Αφού πρώτα υπονόμευσε και έθαψε ιδεολογίες, αξίες, θρησκείες, παραδόσεις και αρετές, δεν έκανε άλλο παρά να σκορπά τη φήμη πως τα πάντα είναι εύθραυστα και εφήμερα, πως στερούνται αληθινού νοήματος, πως ζούμε στην πραγματικότητα μέσα σε ένα ολοστρόγγυλο μηδέν και άρα αν υπάρχει κάτι «συνετό» αυτό είναι μόνον να καταναλώνεις και να ξοδεύεις ό,τι προλάβεις. Ένα Pal Zileri κοστούμι, μια Hermes, ένα iPad, ένα «one night stand», μια μεζονέτα στα βόρεια ή στα νότια, είναι καταναλώσεις ικανές να ξορκίσουν τον δαίμονα της πλήξης. Αλλά όχι για πολύ. Μετά πρέπει κι άλλο… κι άλλο… κι άλλο…

Έτσι, η πλήξη δημιούργησε ένα κελί χωρίς όρια. Ένας φυλακισμένος μπορεί να αποδράσει, μπορεί να ονειρεύεται μια εξέγερση ή μπορεί να ελπίζει πως θα γίνει ένας σεισμός για να καταρρεύσουν οι τοίχοι της φυλακής του. Ο άνθρωπος της πλήξης όμως, στερημένος από το «αντίδοτο» του καταναλωτισμού, μπορεί να βρει νόημα; Μπορεί να σκεφτεί και να πράξει αλλιώς;

Α ρε Αργύρη …. σε τι σκέψεις με έβαλες! Τη ζωή σου, τελικά, πρέπει να τη διαβάζεις ξανά και ξανά για την καταλάβεις. Έτσι, το βράδυ όταν γύρισα σπίτι το «πήρα αλλιώς». Δεν έκανα την πληκτική ερώτηση «τι θα φάμε;», ούτε άνοιξα την τηλεόραση. Πήγα κατευθείαν στην κουζίνα κι άρχισα να αυτοσχεδιάζω με ό,τι έβρισκα. Εντάξει, δεν είμαι ο Σκαρμούτσος αλλά κατάφερα να φτιάξω δυο πιάτα πράσινης σαλάτας με καλοψημένο μπέικον, τριμμένο τυρί γκούντα, καλαμπόκι, μικρά τοματίνια, πράσινες πιπεριές, τραγανά νάτσος και την περιέλουσα με μια δικής μου έμπνευσης σως από γιαούρτι. Παρουσιάζοντας τη δημιουργία μου αναφώνησα «Βίβα Μέξικο!». Η γυναίκα μου είχε μείνει έκ – πληκτη! Με φίλησε με ένα πάθος που είχε καιρό να μου δείξει.

Η δυνατότητα του «αλλιώς» υπάρχει πάντα και μπορεί πάντα να κάνει την έκπληξη! Είχα την απάντησή μου.

Χαμένες είναι μόνον οι μάχες που δεν δόθηκαν

foto_arena«Έλα μωρέ, χαμένη μάχη είναι… δεν υπάρχει καμιά ελπίδα». Το άκουσα δυο – τρεις φορές τις τελευταίες ημέρες από διαφορετικούς ανθρώπους σαν άποψη ή σχόλιο για πολύ διαφορετικές περιστάσεις. Είναι λόγια που αποπνέουν ένα ηχόχρωμα παραίτησης ή μοιρολατρίας. Ίσως γιατί τείνει να γίνει κυρίαρχη η νοοτροπία του «εγγυημένου αποτελέσματος» που τροφοδοτεί μια κουλτούρα ευκολίας και βολέματος.

Η ιστορία δείχνει όμως το αντίθετο. Καμιά μάχη και καμιά προσπάθεια δεν είναι μάταιη. Ακόμα και αν πρόκειται για τον αγώνα ή την προσπάθεια ενός και μόνον ανθρώπου. Ακόμα και όταν η έκβαση της μάχης είναι βέβαιο ότι θα συναντήσει την ήττα, στην επόμενη στροφή…

Η σύγχρονη Δύση που φέρει μέσα της την κλασική ελληνική αρχαιότητα, διαμορφώθηκε από τα ουμανιστικά ιδεώδη της αναγέννησης και του διαφωτισμού. Μας έμαθε ότι το άτομο είναι ελεύθερο να κατανοήσει και να βελτιώσει τον εαυτό του και τον κόσμο. Μας έμαθε ότι το ιδανικό ως καθολική αξία υπερβαίνει τα υποκείμενα και τις αντίξοες συνθήκες και παραμένει εκεί ψηλά για να υπηρετηθεί. Ανεξάρτητα από το πλήθος των ανθρώπων που θα το υπερασπιστούν. Αρκεί και ένας. Ανεξάρτητα από τη νίκη ή την ήττα. Έτσι γεννιούνται τα σπουδαία παραδείγματα.

Η θετική πλευρά της ατομικότητας αναδεικνύει εκείνη τη δεξιότητα, που οδήγησε ανθρώπινες μονάδες –στη διάρκεια της ιστορίας- να σηκώσουν το κεφάλι τους πιο πάνω από το προβλέψιμο και επιτρεπόμενο όριο του λάκκου που μας καλύπτει όλους και να αναπνεύσουν καθαρό αέρα. Να νοηματοδοτήσουν τη ζωή τους. Έστω και για μια στιγμή. Είναι αυτοί που εξακολουθούν να μας εμπνέουν για να μην παραδοθούμε, στο τέλος-τέλος, αμαχητί. Η διαφορά μεταξύ αδύνατου και δυνατού βρίσκεται σε αυτή την αποφασιστικότητα.

Αξίζει λοιπόν να μας προβληματίσει ο τρέχων εύκολος και βολικός εφησυχασμός στη θαλπωρή της ματαιότητας των προσπαθειών. Διότι, τελικά, τι συμβαίνει; Ακολουθούμε έναν δρόμο που κάποιος ή κάτι χάραξε για εμάς; Ή χαράζουμε εμείς το δρόμο; Κι αν δεν τον χαράζουμε εμείς, τέλος πάντων, να αφήσουμε την… «Αθηνά» να δράσει ανενόχλητη ή να κινήσουμε κι εμείς τη «χείρα» μας λιγάκι;

Το πεπρωμένο είναι στο χέρι μας: μεταφορικά και κυριολεκτικά. Εκτός από τις γραμμές του χεριού που αρέσκονται να ερμηνεύουν οι τσιγγάνες, είμαστε ΕΜΕΙΣ που έχουμε τη δυνατότητα να οδηγήσουμε τη μοίρα στο μονοπάτι της καρδιάς μας ή να της δώσουμε μια κλωτσιά και να πάει πέρα.

Σα να λέμε… το πεπρωμένο είναι το τιμόνι κι εμείς ο οδηγός. Το αμάξι που οδηγούμε είναι η ζωή που κάνουμε και, φυσικά, δεν διαθέτει απεριόριστη βενζίνη. Το ζήτημα είναι να κατορθώσουμε να βρούμε τον προορισμό μας, προτού τελειώσει ο χρόνος, η βενζίνη. Γιατί στο δρόμο μας ούτε πινακίδες υπάρχουν ούτε βενζινάδικα. Υπάρχουν λογάδες, γραμματικοί, ποιητές, συγγραφείς, εξουσίες, παραεξουσίες, συμβουλές, πρέπει και μη, αλλά υπάρχουμε πάνω απ’ όλα εμείς και τα όνειρά μας, οι δυνατότητές μας, οι ιδέες μας και η καρδιά μας.

Για αυτό υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα αυτοί που δεν το βάζουν κάτω. Αυτοί που σκονίστηκαν, ζορίστηκαν, γρατζουνίστηκαν, πληγώθηκαν, μα φτάσανε. Μπορεί και να είναι γραφτό σου να δυσκολευτείς στη ζωή, μα στο χέρι σου να φτιάξεις την καρδιά και το μυαλό σου κατάλληλα για να χειρίζονται δυσκολίες και φουρτούνες.

Υπάρχει, δεν υπάρχει «Αθηνά», αν δεν κουνήσεις το χέρι σου, θα είσαι ένα υποχείριο. Μπορεί, βέβαια, να ευτυχήσεις, αλλά ως πιόνι. Αν ούτε «Αθηνά» υπάρχει και ούτε το χέρι σου κουνήσεις, θα αιωρείσαι άπραγος στο σύμπαν και διόλου δεν θα τιμήσεις το ανυπέρβλητο δώρο. Τη ζωή.

Εν ολίγοις, αν δεν θέλουμε ή αν έχουμε μάθει να μην μπορούμε να κάνουμε κάτι για τη ζωή που μας ανήκει, τότε δεν μας αξίζει μια καλή μοίρα, αν υποθέσουμε ότι αυτή υπάρχει σαν έννοια.

Ας μην ξεχνάμε ότι μοίρα, σημαίνει μερίδα, μερτικό, που Κάτι εκεί ψηλά μπορεί να μάς μοιράζει, αλλά εμείς, μονάχα εμείς, μπορούμε να απλώσουμε το χέρι και να το γευτούμε… Ακόμη κι αν έχει χρειαστεί να δώσουμε χαμένες μάχες.

Η μαγεία της νιότης

photo_ARENA_1.11Καθώς οδηγούσα το πρωί άκουσα τυχαία στο ραδιόφωνο ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια των μεγάλων (από κάθε άποψη) Pink Floyd, το υπέροχο «High Hopes».

Μιλάει για το βλέμμα της νιότης. Της νιότης που αφήνει τη σκέψη να ξεπεράσει και να βγει από τα όρια που θέτουν οι … μεγαλύτεροι και «ωριμότεροι». Της νιότης που βλέπει λαμπρότερο το φως και πιο πράσινο το γρασίδι…

Νοσταλγοί της νιότης, τη θυμόμαστε πότε-πότε και αυτή η θύμηση μας αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση για τις ικανότητες που χάσαμε. Ήταν, τότε που ονειρευόμασταν τον εαυτό μας και τους άλλους. Τον κόσμο ολόκληρο. Που γοητευόμασταν από το μυστήριο της ζωής. Που φλερτάραμε με την ιδέα της αληθινής ελευθερίας. Τότε που ήμασταν ακόλουθοι της ειλικρίνειας. Που θεωρούσαμε ότι όλα ήταν δυνατά και κανένα εμπόδιο δεν θα έμπαινε στον δρόμο μας. Ήταν τότε που η αθωότητα έφερνε μαζί της τη βεβαιότητα και που αυτή με τη σειρά της αποκτούσε δύναμη και παρότρυνε σε τόλμη, πριν ξεθωριάσει με το πέρασμα του χρόνου. Τότε που πιστεύαμε ότι γνωρίζουμε τα πάντα! Τότε που ελπίζαμε για τα πάντα! Τότε που είχαμε την αίσθηση πως έχουμε ένα μαγικό ραβδί στα χέρια και μπορούμε να φέρουμε τα «πάνω – κάτω».

Μετά προσγειωθήκαμε για τα καλά στο έδαφος. Αποχαιρετήσαμε τις ενθουσιώδεις βεβαιότητες. «Δεν είμαι πλέον τόσο νέος για να γνωρίζω τα πάντα» έγραψε κάποτε ο Όσκαρ Ουάιλντ. Τι πικρός συλλογισμός!

Λιγότερο τολμηροί, καθόλου γοητευμένοι και περισσότερο προβλέψιμοι, καθώς το απαιτούν οι επιβεβλημένες συνθήκες και όλες μας οι διαψεύσεις, ατενίζουμε αμήχανα τους ορίζοντες που αφήσαμε πίσω μας και νοσταλγούμε την ακατανίκητη γοητεία της άγνοιας κινδύνου, που μόνο η νιότη προσφέρει.

Είναι ο λόγος για τον οποίο ο συγγραφέας και προφήτης του «Θαυμαστού Καινούργιου Κόσμου» Άλντους Χάξλευ έγραψε πως το μυστικό της αληθινής ευφυΐας είναι να μπορείς να διατηρείς το πνεύμα του παιδιού και μετά την ενηλικίωση, ώστε να μη χάνεις ποτέ τον ενθουσιασμό σου. Αν έχεις αυτό, μπορείς να έχεις τα πάντα.

Σε καιρούς χαλεπούς όπως οι σημερινοί, ο κόσμος έχει ανάγκη όσο ποτέ από αυτό το χαμένο μυστικό της ευφυΐας. Έχει ανάγκη να (ξανα) δει – με το βλέμμα της νιότης- λαμπρότερο το φως και πιο πράσινο το γρασίδι… Όταν μάλιστα σήμερα η μοντέρνα κβαντική μηχανική βεβαιώνει πως ο τρόπος που κοιτάζουμε την πραγματικότητα, τη διαμορφώνει! Αυτό λέγεται και Μαγεία.

 

Ενθουσιαστείτε… γιατί χανόμαστε!

photo_ARENA_25.10Εγώ είμαι, πάντα. Εγώ είμαι ο σχοινοβάτης. Εγώ είμαι φίλος, εγώ και εχθρός. Εγώ είμαι αγάπη, εγώ και φθόνος. Εγώ είμαι άγγελος, εγώ και δαίμονας. Για αυτό μια συμβουλή που έχει αληθινή αξία σε αυτή τη ζωή είναι «να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου». Κι αυτό δεν είναι κάτι ούτε τόσο απλό, ούτε τόσο εύκολο, όσο μπορεί να ακούγεται.

Η πιο συνηθισμένη λάθος αντίδραση σε αυτή τη συμβουλή, είναι να γίνεις ο άνθρωπος – «γουρούνι». Οποιασδήποτε μορφής και είδους. Στις περιπτώσεις αυτές, το Εγώ έχει φουσκώσει σαν μπαλόνι και μια ωραία ημέρα, θα σκάσει. Μαθηματικά εγγυημένο, δεν είναι μεταφυσική. Διότι το Εγώ είναι πεπερασμένο και είναι λάθος να το φουσκώνεις χωρίς μέτρο.

Η αμέσως δεύτερη και πιο συνηθισμένη αντίδραση είναι να γίνεις ο άνθρωπος – μοναχός. Οποιασδήποτε μορφής και είδους. Να πάρεις τα όρη και τα βουνά, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, να μην συναναστρέφεσαι κανέναν, προκειμένου να γλυτώσεις τον κίνδυνο να γίνεις παραφουσκωμένο “γουρούνι”, με ή χωρίς μηλαράκι στο στόμα.

H μοναξιά όμως δεν αντέχεται. Ο Αριστοτέλης είχε δίκιο. Ο άνθρωπος είναι πολιτικό ζώο. Αν σωθούμε, θα σωθούμε μόνον όλοι μαζί.

Αυτό βέβαια είναι ένα ευγενές όσο και σπάνιο συναίσθημα, που έχει να εμφανιστεί στην ελληνική κοινωνία από τότε που έβγαινε στην τηλεόραση η Μαρία Αλιφέρη κι έλεγε εκείνο το «Σας αγαπώ» που γέμιζε τις ψυχές των ανθρώπων θετική ενέργεια. Διότι το έλεγε και το πίστευε. Κι αυτό φαινόταν στο πρόσωπό της. Τώρα ποιος να πει «Σας αγαπώ!»; Ο Αυτιάς ή ο Στουρνάρας;

Αυτή είναι λοιπόν η δική μου θεωρία των «δύο άκρων». «Γουρούνια» από τη μια και κάτι μοναξιασμένες ψυχές από την άλλη. Υπάρχει τρίτη λύση; Υπάρχει κι έχει ωραίο όνομα. Λέγεται ενθουσιασμός. Ανοίξτε και κάνα λεξικό, δεν τα έγραψε όλα για πλάκα ο φουκαράς ο Μπαμπινιώτης. Ανοίξτε για να δείτε και ετυμολογικά από πού προέρχεται…

Ο ενθουσιασμός λοιπόν αναδύεται όταν συνειδητοποιεί κανείς πως όλα είναι πιο εύκολα και πιο πραγματοποιήσιμα όταν ενθουσιάζεται με κάτι έξω από το συνηθισμένο Εγώ του. Μια ιδέα.. ένας άλλος άνθρωπος… μια εικόνα… ένα σύμβολο… μια έννοια… ένα σχέδιο… ένα όνειρο… ένας σπουδαίος αγώνας… όλα είναι αφορμές ενθουσιασμού.

Η ανθρωπότητα προχώρησε μπροστά μόνο με ενθουσιασμένα Εγώ. Με Εγώ που είχαν καταφέρει «να τα έχουν καλά με τον εαυτό τους» γιατί κατάφεραν το πιο δύσκολο πράγμα σε αυτή τη ζωή. Να γίνουν ο εαυτός τους. Και αυτό το κατάλαβαν όταν ξύπνησαν ένα πρωί, κοίταξαν τον εαυτό τους στον καθρέπτη και δεν έβλεπαν πλέον έναν ξένο. Δεν έβλεπαν πλέον κάποιον, για τον οποίο είχαν λόγους να ντρέπονται.
Αυτό λέγεται από – ενοχοποίηση. Κι εδώ όμως υπάρχει μεγάλος κίνδυνος παρανόησης. Αποενοχοποίηση δεν επιτυγχάνεται με το «κάνω ό,τι θέλω και για τίποτα δεν μετανιώνω». Αυτό είναι «γουρουνιά».

Αποενοχοποίηση σημαίνει αποδέχομαι, το πόσο «γουρούνι» έχω υπάρξει κι αρχίζω σιγά – σιγά να κόβω το τιμόνι της ζωής μου 180ο μοίρες, προς την κατεύθυνση που θα με κάνει να δω έξω και πέρα από το συνηθισμένο Εγώ μου. Να δω τη «μεγάλη εικόνα» που θα με ενθουσιάσει.

Σήμερα έχουμε, παντού, σοβαρό έλλειμμα ενθουσιασμού. Και τίποτα αληθινά σημαντικό ή μεγάλο δεν γίνεται χωρίς ενθουσιασμό και χωρίς να βλέπουμε πέρα από το συνηθισμένο Εγώ μας.

Συνεπώς, εάν δεν ξυπνήσουμε, δεν πετάξουμε από πάνω μας τη «λάσπη», δεν κοιταχτούμε στον καθρέπτη, δεν ρίξουμε λίγο καθαρό νερό στο πρόσωπό μας και δεν αναρωτηθούμε έντιμα «πως έγινες έτσι ρε μαλάκα….;», συνεχίζοντας να ανησυχούμε μόνο για το συνηθισμένο Εγώ μας και πως θα το κρατήσουμε «φουσκωμένο», σας εγγυώμαι πως ο κρότος θα ακουστεί πολύ μακριά!

Προετοιμαστείτε λοιπόν για να ενθουσιαστείτε. Το απαιτούν οι καιροί. Ή για να το πω και πιο «κινδυνολογικά»: Ενθουσιαστείτε …. γιατί χανόμαστε!

«Καλά θα πας με… αυτόν;»

photo_ARENAΤίποτα δεν συμβαίνει τυχαία. Τα μικρά αγόρια, όταν βρίσκονται στα πρώτα εφηβικά σκιρτήματα και είναι έτοιμα για το «Μεγάλο Παιχνίδι» της κατάκτησης, ενίοτε τρώνε μεγάλες «χυλόπιτες». Το χειρότερο όλων είναι δε, όταν η πιτσιρίκα όχι απλά ρίχνει τη χυλόπιτα αλλά κυκλοφορεί και με τον γκόμενο που είναι… είτε μεγαλύτερος, είτε ομορφότερος, είτε εξυπνότερος, είτε όλα μαζί. Πώς να «καταπιεί» τόσο μεγάλη ήττα, ένα μικρό αγόρι;

Κι όμως το κάνει. Κι εκεί τελειώνουν όλα. Διότι πλέον είναι ορθάνοιχτος ο δρόμος που καταλήγει στο να πιστέψει πως μόνο οι «κακοί» κάνουν καλό σεξ. Είναι ο βολικός και εύκολος δρόμος για να παραμείνει κακομαθημένο ένα μικρό αγόρι. Με την αντίδραση του τύπου « Καλά, θα πας με … αυτόν;», να γίνεται ένα ανεπούλωτο τραύμα που θα καθορίζει τη μετέπειτα συμπεριφορά του.

Το μικρό αγόρι για να γίνει «μεγάλος άντρας» δεν φτάνει να τρώει μόνο όλο το φαί του. Πρέπει να έχει και μια φιλοσοφία για τη ζωή. Είναι ο λόγος που σε όλες τις κοινωνίες προηγούμενων εποχών τα αγόρια περνούσαν από μια μυητική διαδικασία, προκειμένου να ανακαλύψουν τους εαυτούς τους, να μάθουν από τα λάθη τους, να βελτιωθούν ως ανθρώπινες προσωπικότητες. Μάθαιναν πως δεν είναι τα Αφεντικά του Σύμπαντος και πως αν θέλουν να πετύχουν στο «Μεγάλο Παιχνίδι» της κατάκτησης πρέπει να μάθουν να παίζουν σωστά και όχι να κλαψουρίζουν «Καλά, θα πας με … αυτόν;».

Ε, βέβαια και θα πάει με αυτόν. Με ποιον θα πάει ρε κακομοίρη, με σένα; Άνοιξε τα μάτια σου να δεις πως είσαι και όταν καταφέρεις να γίνεις καλύτερος από αυτόν, τότε άπλωσε το χέρι να διεκδικήσεις ό,τι σου αξίζει.

Το πεδίο των σχέσεων με το άλλο φύλλο, δεν είναι το μόνο στο οποίο τρώνε τα μούτρα τους τα «κακομαθημένα» αγοράκια. Διότι παντού όπου κι αν βρίσκονται έχουν τα άγχος να είναι πρώτα και συνήθως καταλήγουν … τελευταία.

– «Καλά θα έχουμε καθηγητή αυτόν;»

– «Καλά θα έχουμε προϊστάμενο αυτόν;»

– «Καλά θα έχουμε αρχηγό αυτόν;».

Κάτσε ρε μεγάλε…. Δείξε μας πρώτα τι μπορείς να κάνεις, τι μπορείς να πετύχεις , πως μπορείς να δώσεις λύσεις και μετά θα σε δοξάσουμε. Ο Μέγας Αλέξανδρος και ο Ιησούς Χριστός στα 33 τους είχαν κατακτήσει (με διαφορετικό τρόπο, αλλά δεν αλλάζει το αποτέλεσμα) τον κόσμο. Τώρα ο άλλος φτάνει στα 35 κι ακόμη ζητάει να βρει τη μαμά του, πιστεύοντας ενδόμυχα πως είναι η μόνη που δεν θα πάει με κάποιον άλλο! Και το κακό είναι πως έχει δίκιο… Αλλά το κακό δεν το βλέπει στον καθρέπτη του. Εξακολουθεί να το βλέπει στις άλλες και στους άλλους.

Να το (ανα) λύσεις αυτό, αγόρι μου. Να γίνεις Άντρας.