efood… for thought

Το να πει κανείς ότι ο καπιταλισμός είναι εκμεταλλευτικός είναι σα να λέει πως ο ήλιος βγαίνει από την ανατολή. Το efood είναι κατεξοχήν παράδειγμα ληστρικής απληστίας καθώς τη στιγμή ακριβώς που είναι στην κορυφή και πουλάει «τρελά», επιλέγει να «σκουπίσει» το τραπέζι και να τα πάει όλα σε βάρος αυτών που το κάνουν να είναι αυτό που είναι σε τελική ανάλυση. Αν δεν έρθει «ντελιβεράς» στην πόρτα δεν υπάρχει ούτε food ούτε efood. H εφαρμογή από μόνη της δεν τρώγεται.  

Στη φάση αυτή τα social media αποδείχθηκαν όντως social και υποχρέωσαν την εταιρεία – η οποία ταΐζει διαφημιστικά σχεδόν όλα τα mainstream media – να αναδιπλωθεί και να αποδώσει σε «παρεξήγηση» την απόπειρα αλλαγής του καθεστώτος συνεργασίας με τους εργαζομένους της. «Καλέ παίζαμε…» που λέει ο νταής 10χρονος που κάνει μπούλινγκ στα άλλα παιδάκια και τα έχει όλη μέρα στη φάπα.  Γι αυτό και το  #cancel efood λειτούργησε.   Ο καπιταλισμός εκτός από εκμεταλλευτικός έχει και πολύ ισχυρό ένστικτο επιβίωσης. H τελευταία γραμμή άμυνας είναι να κάνεις τον ηλίθιο.  

Σε μια άλλη εποχή θα ήταν πολύ πιθανό ενδεχόμενο  να είμαι στην ομάδα επικοινωνιακής διαχείρισης της κρίσης στη συγκεκριμένη εταιρεία, όπως έχει συμβεί με πολλές άλλες.  Σήμερα δεν με ενδιαφέρει. Ο καπιταλισμός ακριβώς επειδή είναι εκμεταλλευτικός και με πολύ ισχυρό ένστικτο επιβίωσης έκανε μια απίστευτη αποκάλυψη στην ανθρωπότητα. Απέδειξε πως η πραγματικότητα είναι θέμα αντίληψής της. Grosso modo ότι είπε και η κβαντική. Ο καπιταλισμός είναι επιστημονικός και η μόνη οδός διαφυγής είναι ο επιστημολογικός αναρχισμός. Αλλά αυτό είναι μια μεγάλη συζήτηση.  

Αν και μέχρι να γίνει αυτή η συζήτηση,  το Είναι κλαίει βουβά. Κόσμος σκληρότητας και φόβου σε πρώτο πλάνο κάθε μέρα, όλη μέρα.  Γι αυτό πιες ένα… μιλκσεικ. Δώσε τη μάχη σου για τη γεύση που θα έχει. Λευκή βανίλια ή μαύρη σοκολάτα; Ή μήπως ζουμερή φραουλίτσα; Πάρε και δώρο μια πίτσα μαζί. Όλα σε προσυσκευασμένα «δώρα» σαν ανταμοιβή για τη συμμετοχή σου στο μεγάλο παιχνίδι.  Άντε ντε… πάρε το efood κι έφαγες. Εσένα.

Η αλμυρή αγάπη

Point Z

Ένας βασιλιάς είχε δυο κόρες. Θέλοντας να διακριβώσει το μέγεθος της αγάπης τους, μια μέρα τις κάλεσε κοντά του και τους είπε: «Θέλω καθεμιά να μου δώσει μια απάντηση. Πως με αγαπάτε; Σαν τη ζάχαρη ή σαν το αλάτι;». Η μικρή κόρη χωρίς να το πολυσκεφτεί απάντησε: «Μπαμπάκα μου, σαν τη ζάχαρη σ’ αγαπώ!». Το πρόσωπο του βασιλιά έλαμψε από ικανοποίηση. Η μεγάλη, έδειχνε προβληματισμένη. Κύλησαν λεπτά και ώρες ώσπου να καταλήξει: «Πατέρα, σαν τ’ αλάτι σ’ αγαπώ».

Ο μπαμπάς- βασιλιάς τα πήρε στο κρανίο και την έδιωξε από το παλάτι. Χάθηκε. Γύριζε σε τόπους και βουνά, σε άγριες θάλασσες, σε βάρβαρες χώρες. Όμως δεν ήταν οργισμένη. Ήταν λυπημένη. Θυμόταν ακέραια τη βασιλική καταγωγή της κι ας ζούσε τόσο κάτω από τις δυνατότητές της. Ώσπου ξημέρωσε μια μέρα που έλειπε η λύπη κι άφησε χώρο για το πριγκιπόπουλο μιας ξένης χώρας, που την ερωτεύτηκε μέσα στην πείνα και τη δίψα…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 381 επιπλέον λέξεις

Ο κύκλος του Ζορμπά έκλεισε

O Μίκης έκλεισε τον κύκλο που άνοιξε ο Καζαντζάκης. Τον κύκλο του Ζορμπά. Χορευτής και πολεμιστής. Ο άντρας που ανοίγει τα χέρια σαν φτερά και πάει ελεύθερα να βρει τη συντριβή του.

Πραγματικότητα ή μυθοπλασία, αποτέλεσε την τελευταία ελληνική πρόταση για το νόημα της ζωής στον κόσμο που ξεπέρασε την εθνική μας μοναξιά και αναγνωρίστηκε οικουμενικά. Έχτισε το μεταπολεμικό brand της χώρας και το τουριστικό θαύμα της. Ερχόταν ο Σουηδός χόρευε συρτάκι και εισέπνεε μια ριπή ανέμου από το άπειρο.

Ο κύκλος έκλεισε. Στο τέλος της μέρας κι ο Ζορμπάς μόνο ένας φαλλοκράτης θα μπορούσε να είναι, με τα τρέχοντα κριτήρια. Κι ενώ η αποδόμηση καλά κρατεί, μείναμε χωρίς λόγια, χωρίς ρυθμό. Μηδέν. Ίσως γι’ αυτό κλάψαμε ως κοινωνία, πηγαία και αυθόρμητα, τον Μίκη.

Η συλλογική νοημοσύνη μας, ξέρει με ακρίβεια πως βρισκόμαστε στο κενό.

Να ξεφορτωθούμε τη «σαβούρα»

Με ένα τρόπο «μαγνητίζουμε» τις εμπειρίες μας. Γι’ αυτό και το απροσδόκητο όταν εμφανίζεται είναι κάτι σαν τις ενημερώσεις για τις επιδιορθώσεις σφαλμάτων στο λογισμικό του κινητού.

Μόνο που στη ζωή αυτές τις «ενημερώσεις» δεν τις «κατεβάζουμε» το ίδιο εύκολα για να πάμε παρακάτω και προτιμούμε να τις αγνοούμε, έχοντας μια τρομερή εξαρτησιακή εμμονή με το παρελθόν και τα «φαντάσματά» του. Προφανώς επειδή το θεωρούμε πιο οικείο και το έχουμε ωραιοποιήσει τόσο ώστε να το νοσταλγούμε κιόλας.

Όμως η αλήθεια είναι πως αν δεν ξεφορτωθούμε όλη αυτή τη «σαβούρα» που έχουμε σωρεύσει μέσα μας κατά τρόπο χαοτικό κι αν δεν ανοίξουμε κάνα παράθυρο να μπει φως, το μόνο που μπορούμε να περιμένουμε είναι το ένα απροσδόκητο να διαδέχεται το άλλο μέχρι να σβήσει η «οθόνη».