Μήλα και διαμάντια

Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε ένας βασιλιάς , ο οποίος κάθε πρωί πήγαινε στην αίθουσα ακροάσεων του παλατιού κι άκουγε με προσοχή και συγκατάβαση τα προβλήματα των υπηκόων του. Οι περισσότεροι από αυτούς του πρόσφεραν κι ένα δώρο, ανάλογα με τις δυνατότητές τους.  Πίσω από το θρόνο στεκόταν ο θησαυροφύλακας στον οποίο ο βασιλιάς παρέδιδε το δώρο που του προσφερόταν κι αυτός το μετέφερε στο θησαυροφυλάκιο.

Κάθε πρωί περνούσε μπροστά από τον βασιλιά κι ένας ταπεινός άνθρωπος, ο οποίος όμως δεν ζητούσε τίποτα και μόνο πρόσφερε στον βασιλιά ως δώρο ένα μήλο. Ο βασιλιάς αδιάφορος για ένα τόσο ευτελές δώρο το παρέδιδε στον θησαυροφύλακα κι αυτός περιφρονητικά το πετούσε μέσα από έναν φεγγίτη στο υπόγειο.

Ο ταπεινός ανθρωπάκος έκανε αυτή τη δουλειά κάθε μέρα και για πολλά χρόνια, χωρίς να του δώσει κανένας σημασία. Ένα πρωινό εμφανίστηκε  ξαφνικά στην αίθουσα των ακροάσεων ένας πίθηκος που είχε καταφέρει  να  ξεφύγει από τους υπηρέτες του παλατιού. Ήταν η στιγμή  που ο ταπεινός άνθρωπος μόλις είχε δώσει ένα ακόμη μήλο στο βασιλιά κι εξαφανιζόταν μέσα στο πλήθος όπως έκανε κάθε μέρα. προτού ο βασιλιάς προλάβει να δώσει το μήλο στον θησαυροφύλακα, όρμησε και το άρπαξε ο πίθηκος. Το δαγκώνει για να το φάει , όμως τα δόντια του προσέκρουσαν πάνω σε κάτι σκληρό. Το αντιλαμβάνεται ο βασιλιάς, παίρνει το δαγκωμένο μήλο από το στόμα του πίθηκου, το ανοίγει στα δυο και τι να δει… στο κέντρο του μήλου υπήρχε ένα πελώριο διαμάντι!

Ρωτάει αμέσως τον θησαυροφύλακα που έβαζε τα μήλα που έφερνε όλα αυτά τα χρόνια ο ταπεινός άνθρωπος κι εκείνος απαντά πως τα έριχνε στο υπόγειο. Τρέχουν και οι δυο προς τα κει και βρίσκονται μπροστά σε ένα απίστευτο θέαμα. Ένας αστραφτερός σωρός από διαμάντια ανάμεσα σε σαπισμένα μήλα…

Αυτό το σοφό ινδικό παραμύθι μας λέει πως κάθε μέρα της ζωής μας έρχεται ταπεινή και χωρίς να μας ζητήσει τίποτα. Μας προσφέρει σιωπηλά το δώρο της που εμείς με τα «βασιλικά» κριτήριά μας το θεωρούμε ευτελές κι αδιαφορούμε περιφρονητικά. Διακοσμούμε το «παλάτι» της ύπαρξής μας με τεχνήματα την ώρα που θησαυρός των απλών φυσικών πραγμάτων που μας προσφέρει κάθε μέρα της ζωής μας σαπίζει στα υπόγεια της ψυχής μας. Κι αυτό μπορεί να κρατήσει για πάρα πολλά χρόνια και  μόνο ίσως ένα τυχαίο περιστατικό θα μπορούσε να μας οδηγήσει στην ανακάλυψη αυτού του αυτογνωσιακού θησαυρού.

Οι μετρημένες μέρες της ζωής μας είναι διαμάντια.

Ας μη μας διαφεύγει η τεράστια αξία τους και η μοναδική λάμψη τους.

Ημέρα Ανυπακοής

Αγαπώ την Αμερική. Γι αυτό και δεν έχω πάει ποτέ. Έχω συνειδητοποιήσει πως αγαπώ τον μύθο της και προτιμώ να μένω πιστός  σε αυτή την εξιδανίκευση,  παρά να προσγειωθώ στο σκληρό έδαφος της πραγματικότητάς της. Θα με απογοήτευε όπως συμβαίνει με τους έρωτες, των οποίων το καλύτερο κομμάτι είναι η αναμονή τους.  Από τη στιγμή που συμβαίνουν, φθείρονται.

Αγαπώ το ελεύθερο πνεύμα της. Αυτό που ενσάρκωσε η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας λέγοντας για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας:

«Δεχόμαστε τις εξής αλήθειες ως αυταπόδεικτες, πως όλοι οι άνθρωποι δημιουργούνται ίσοι, και προικίζονται από τον Δημιουργό τους με συγκεκριμένα απαραβίαστα Δικαιώματα, μεταξύ των οποίων είναι το δικαίωμα στη Ζωή, το δικαίωμα στην Ελευθερία, και το δικαίωμα στην επιδίωξη της Ευτυχίας.

Πως για να εξασφαλιστούν αυτά τα δικαιώματα, ιδρύονται Κυβερνήσεις μεταξύ των Ανθρώπων, αντλώντας τις εύλογες εξουσίες τους από την συναίνεση των κυβερνημένων.

Πως όποτε μια Μορφή Κυβέρνησης γίνεται καταστροφική για τους σκοπούς αυτούς, είναι Δικαίωμα του Λαού να την αλλάξει ή να την καταργήσει, και να εγκαταστήσει νέα Κυβέρνηση θέτοντας τα θεμέλιά της σε τέτοιες αρχές και οργανώνοντας τις εξουσίες της σε τέτοια μορφή, ώστε να φανεί πιθανότερο να επιφέρει την Ασφάλεια και την Ευτυχία του.».

Αυτό το «ελεύθερο πνεύμα» ασφαλώς υποτάχθηκε στους σιδερένιους νόμους της οικονομίας, οπότε αναπόφευκτα, στο τέλος,  επιβίωσε τσακισμένο μόνο στην ποίηση του Άλλεν Γκίνσμπεργκ,  στη λογοτεχνία του Τζακ Κέρουακ και στο επαναστατικό αίτημα που τραγουδούσε ο  Τζιμ Μόρισον «θέλουμε τον κόσμο και τον θέλουμε τώρα».  Και μετά;

Ειλικρινά δεν ξέρω αν η Αμερική έχει πλέον να πει κάτι περισσότερο από την τεχνολογία,  ως ηγέτιδα δύναμη της Δύσης. Στο βαθμό πάντως που για τον δυτικό πολιτισμό παραμένει κυρίαρχο το αφήγημα του «ελεύθερου πνεύματος», τότε αυτός ή θα συντριβεί πάνω στα τείχη της υποκρισίας του ή θ’ αναγκαστεί να αναγνωρίσει πως  η ανυπακοή είναι η πρώτη και έσχατη πράξη ελευθερίας. Μόνο ένα ελεύθερο όν μπορεί να αρνηθεί. Και μόνον έτσι η ανθρώπινη ζωή έχει αξία. Αλλιώς δεν διαφέρει σε τίποτα από την κατάσταση που χαρακτηρίζει τα ζώα, δηλαδή την υποταγή στην αναγκαιότητα του ελευσόμενου.

Αναγέννηση…

Η Φλωρεντία είναι μια πόλη που σε πείθει πως το να μιλάς με το παρελθόν, ενίοτε συμβαίνει να είναι ο μόνος τρόπος για να φτιάξεις ένα μέλλον. «Επικοινωνία με μια ανάμνηση». Μια τέτοια πινακίδα θα ήταν ένας ωραίος τρόπος για να υποδέχεται η Φλωρεντία τους επισκέπτες της. Όλη η δημόσια εικόνα της πόλης αλλά και τα απόκρυφα μυστικά της, δεν είναι κάτι άλλο από τα υλικά σύμβολα μιας «γλώσσας» που δημιουργήθηκε για να επικοινωνήσει το «τώρα» με το «χθες», ένα «τώρα» αποσταθεροποιημένο που εύλογα αναζητούσε τη σταθερότητα σε μια πίστη – πίστωσης χρόνου, όπως θα έλεγε ψυχαναλυτικά κι η Τζούλια Κρίστεβα.
Άπαξ και οικοδομηθεί μια «γλώσσα επικοινωνίας» με τον ξεχασμένο εαυτό, η αναγέννηση έρχεται ως φυσική συνέπεια. Αυτό μας λέει αδιάκοπα αυτή η πόλη. Κι αν όλα πάνε καλά, αποφάσισα σήμερα να είμαι εκεί αρχές Σεπτέμβρη…

Τι κάνουν οι περιπλανώμενοι «ιππότες»;

e4cac6eeba57fc7acc5544d6b66aa2b9

«… εγώ μονάχος μου θα σώσω τον κόσμο. Αν χαθεί, εγώ θα φταίω…».
Νίκος Καζαντζάκης

Τι κάνουν οι περιπλανώμενοι «ιππότες»;  Όπως όλα τα παιδιά βλέπουν τα πράγματα και  κάπως  αλλιώς. Έχουν έναν άλλο τρόπο θεωρίας του χάρτη της ζωής,  τον οποίο όμως δεν τον κρατούν φυλακισμένο στη φαντασία τους όπως τα υπόλοιπα,  αλλά τον εκδηλώνουν ως τρόπο ύπαρξης. Καταφέρνουν έτσι να «ξεκολλάνε» από τις επιβεβλημένες ρότες  του καιρού τους. Παίρνουν το ρίσκο να ταξιδέψουν νύχτα και σε αχαρτογράφητα νερά. Γίνονται «ιππότες», για λογαριασμό του μέλλοντος.

Όταν σε ένα παιχνίδι οι κανόνες σε αδικούν, δεν κάθεσαι μέχρι το τέλος με σταυρωμένα χέρια για να τα χάσεις όλα. Όταν σε ένα παιχνίδι οι κανόνες είναι αντίπαλος, αλλάζεις τους κανόνες. Μάχεσαι για να αλλάξουν. Δεν παραδίδεσαι. Δεν σκύβεις το κεφάλι.

To παιδικό πείσμα είναι η ιδρυτική πράξη της εκπλήρωσης του ανθρώπινου πεπρωμένου.

Ωστόσο, αν δεν πολεμήσεις αυτή την περσόνα του  δανεικού «καθωσπρεπισμού»,  δεν γίνεσαι αστέρι. Χρειάζεται ταπείνωση, αυτή η ανεμπόδιστη εκδήλωση ζητιανάς και ελέους, εκπαιδεύει στο πώς να περνάει κανείς τις πύλες των άστρων. Αλλιώς θα καεί και ό,τι έχει απομείνει θα είναι στάχτες!

Είναι ο λόγος για τον οποίο ο Βούδας κατέβηκε από το θρόνο του και βγήκε ρακένδυτος στους δρόμους. Δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να γευτεί και να μυρίσει την ταπείνωση,  για να μάθει πρώτη φορά τι σημαίνει να ζητάς έλεος. Είναι αυτό που ξέρει καλά η Ανατολή. Είναι αυτό από το οποίο προσπάθησε – και εξακολουθεί να προσπαθεί – να ξεφύγει η Δύση.

Η ζωή είναι σκληρή για αυτούς που την παίρνουν στα σοβαρά. Κι είναι συνήθως μικρή,  γι αυτούς που τη θεωρούν παιχνίδι δίχως κανόνες. Το σωστό λοιπόν είναι να κατανοήσει κανείς τους κανόνες του παιχνιδιού. Για να το απολαύσει. Ακόμη κι αν η ίδια η απόλαυσή του, στο τέλος  θα σημαίνει τον πειρασμό να τους αλλάξει. Έτσι γεννιούνται οι μεγάλοι ήρωες. Αλλάζουν τους κανόνες του παιχνιδιού αλλά όχι ύπουλα και υπολογιστικά, με μια ωφελιμιστική προσδοκία. Αυτό θα ήταν καθαρή αλαζονεία και ύβρις,  έχει υψηλότατο κόστος και στην πραγματικότητα εξαιρετικά πρόσκαιρο όφελος.

Αυτοί που πραγματικά αλλάζουν τους κανόνες, είναι αυτοί που παραδίνονται  σε μια αχαλίνωτη απόλαυση του παιχνιδιού, έχοντας πλήρη συνείδηση των κανόνων του. Απολαμβάνοντας, μοιραία θα αυτοσχεδιάσουν και τότε αποστολή τους γίνεται ο εμπλουτισμός του παιχνιδιού. Θεμελιώνουν την επόμενη αποπλάνηση των ανθρώπων, ώσπου να αναλάβει δράση εμπλουτισμού ο  επόμενος ήρωας και μια επόμενη αποπλάνηση κι ένας επόμενος ήρωας κοκ.

Τιμούμε αυτούς που μας αποπλάνησαν. Όλα αυτά τα μεγάλα και σπουδαία πνεύματα «ιπποτών» που εγκατέστησαν το λογισμικό  μιας  καινούργιας αποπλάνησης μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση. Και το κάνουμε γιατί ξέρουμε πως μόνον αυτό έχουμε να περιμένουμε πραγματικά. Να αποπλανηθούμε. Όμως αυτό σημαίνει και να περιπλανηθούμε, ακόμη και ως τις πύλες των άστρων. Κι είμαστε ευγνώμονες για αυτό. Γιατί είναι η ζωή. Η ζωή πάνω σε έναν περιπλανώμενο πλανήτη ! Η ζωή είναι ωραία. Τόσο ωραία  που αξίζει να ταπεινωθείς και να τη ζητιανέψεις,  για να τη ζήσεις με την αυθεντική αισθαντικότητα που αξίζει σ’ αυτό το θαύμα!

Σώθηκα από … θαύμα!

persepolis_entrans_ii-wallpaper-1366x768-2

«Nothing is impossible, the word itself says, «I’m possible!»

– Audrey Hepburn

Γράφω  για να μην τρελαθώ  τη στιγμή της αποκάλυψης πως είμαι  η αλήθεια που γίνομαι. Γεννήθηκα χωρίς σχήμα. Α-σχημος. Το ζήτημα λοιπόν είναι να αποκτήσω αντίληψη της ανθρώπινης συνθήκης, ώστε το βίωμα αυτής της εμπειρίας να έχει το μόνο αυθεντικό νόημα που μπορεί να έχει, μια μορφή.  Ο – μορφος!

Όπως το έγραψε ο Καμύ στον «Μύθο του Σίσυφου»: «Δεν ανεχόμαστε άλλο τη θεϊκή μυθολογία που διασκεδάζει και τυφλώνει, ζητάμε το πρόσωπο, το σχήμα και το δράμα της γης όπου συνυπάρχουν μια δύσκολη σύνεση και ένα πάθος χωρίς επαύριο».

Έφαγα μισή ζωή για να το καταλάβω αυτό και να αποδεχτώ πως έζησα μάλλον με ένα συμβολικό τρόπο. Συμμετείχα στο παιχνίδι της ζωής πλησιάζοντας το δράμα της εξωτερικά και χωρίς να ζητώ να βρω τη μυστική ροή της.

Με τη συνειδητοποίηση και την αποδοχή αυτή, αποφάσισα να αφήσω πίσω μου αυτό τον κακοχωνεμένο υπαρξισμό και να αφιερωθώ στην τέχνη της μαγείας. Ήταν κάτι σαν «πνευματικό 166», όταν όλα γκρεμίζονταν γύρω μου και μαζί τους κι εγώ. Και η μόνη εικόνα μέλλοντος που είχα ήταν αυτή να στέκομαι με την αμφίεση ενός μάντη κρατώντας τη ράβδο μου, μπροστά σε μισοκατεστραμμένες πύλες, έχοντας ένα λιοντάρι στα δεξιά μου κι ένα γεράκι να πετάει την ώρα που χαράζει, μέσα σε ένα συννεφιασμένο και σκοτεινό ουρανό.

Όσο παράδοξο κι αν μοιάζει, αυτό το πρόσωπο του μάντη, με κράτησε ζωντανό όταν ξέσπασε ο «Τελευταίος Πόλεμος». Αποδείχθηκε ένα νόημα – καταφύγιο, μια μορφή που μέσα της κατάφερα να γλυτώσω από αυτή την ανελέητη αναμέτρηση του Εγώ με τη Σκιά του. Της Δύσης με την Ανατολή. Του Πλούτου με την Ανέχεια. Ο «Τελευταίος Πόλεμος» ήταν και η τελευταία ευκαιρία για να σώσει η ομορφιά τον κόσμο, όπως προφήτεψε ο Ντοστογιέφσκι.

Όσο λιγότερο ποιοτικό, τόσο ανάρπαστο. Όλοι το ζούμε. Το είχε προφητέψει ο Γκυ Ντεμπορ  και ούρλιαξε γι αυτό ο Γκίνσμπεργκ. Η σκέψη κατέρρεε.

Μαγεία είναι να πέσουμε πάνω εκεί που θα νιώσουμε  την ψυχική επαφή που φέρνει στο φως μια «διπλωμένη» διάσταση, αυτή που οι άνθρωποι περιγράφουν συμβατικά με τον όρο αιωνιότητα.

Στο ξεκίνημα μιας νέας ζωής μέσα στις λόγχες και στις φλόγες του «Τελευταίου Πολέμου» κατανόησα για πρώτη φορά ξεκάθαρα πως η Αγάπη είναι στην πραγματικότητα μια βαθιά ανάμνηση, όπως θα’ λεγε κι ο Πλάτωνας.  Και μόνο αν οι ψυχές την ανασύρουν αμοιβαία από τα βάθη, σηκώνοντας  η μια τον πόνο της άλλης, θα καταφέρουν να φτάσουν σε εκείνο τον ασώματο έρωτα, που είναι ό,τι εγγύτερο προς την ύπαρξη της θειότητας, μπορεί να μας αποκαλυφθεί.

Με λίγα λόγια, σώθηκα από … θαύμα! Γιατί μόνο από θαύμα σωζόμαστε. Αυτή είναι η ομορφιά.