Ο Μακιαβέλι και ο … μπόγιας

H φιλελεύθερη δημοκρατία απειλείται με το δικό της «89». Από κει που θα εξαπλωνόταν σε όλο τον πλανήτη, υποχωρεί ατάκτως. Η αποτυχία της μοιάζει το ίδιο παταγώδης με αυτή του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Βρίσκεται στη φάση που το κοινό αγαθό έχει χαθεί μέσα σε μια γενικευμένη απορρύθμιση των συνθηκών της ζωής. Αλλά με τη βία από μόνη της, όπως ξέρουμε τουλάχιστον από τον καιρό του Μακιαβέλι, δεν επιβιώνει πολύ καιρό μια πολιτική δομή. Ο οξυδερκής πολιτικός φιλόσοφος, ακριβώς γι αυτές τις συνθήκες του «μεγάλου κενού» της διαφθοράς και της παρακμής σε μια πολιτεία, συνέστησε ένα «πολιτικό χέρι» που βγαίνει από το σύνηθες κάδρο για να αποκαταστήσει το μέτρο. Και όλες οι φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης αναμετρώνται σήμερα με αυτή την υπαρξιακή πρόκληση, με απογοητευτικά για την ώρα αποτελέσματα. Κορωνίδα της απογοήτευσης η ελληνική περίπτωση. Μετά από τρεις χιλιάδες χρόνια ιστορίας, γεμάτα από πνεύμα και αίμα, ως μόνο ενεργό συλλογικό αρχέτυπο ηγεσίας καταλήξαμε να έχουμε αυτό του μπόγια.

Περί «εθνικής γραμμής» και άλλων ανοησιών

Σε ένα κόσμο που αναθεωρείται προς μια νέα, πιθανότατα πιο «σκοτεινή» και επικίνδυνη εποχή και σε μια Ευρώπη που έχει μπει σε αχαρτογράφητα νερά, μετά και την οριστικοποίηση του Brexit, η Ελλάδα έχει καθηλωθεί, είναι υπό καταστολή. Στην υπό καθήλωση Ελλάδα, τη «δεμένη στο κατάρτι» των δανειστών, δεν έχει κανείς «νεφρά» για να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο πέρα από το «ναι σε όλα». Παντού και προς όλους. Και χθες και σήμερα και όσο διαρκεί το … BDSM.
Μέσα λοιπόν στην «καύλα» του αποδομητικού μεταμοντερνισμού «μας», με 5G για να ανάβουμε τα μαγκάλια, ας μας κάνουν τη χάρη να μη μας ζαλίζουν τουλάχιστον.

Μια κοινωνία σε… silly walk

» Ποιος καταφρόνησε την ημέρα των μικρών πραγμάτων;» όπως λέει και ο συνονόματος βιβλικός προφήτης. Προσπαθώ νωρίς το πρωί να βγω από στενό με φανάρι σε κεντρική λεωφόρο. Έλα όμως που στη μέση του δρόμου που είναι μια σταλιά, ακριβώς πάνω στο φανάρι , υπάρχει γερανοφόρο όχημα Δήμου με σκοπό να αλλάξει σε κολώνα τη λάμπα που κάηκε. Ουρά τα αυτοκίνητα, μέσα στα νεύρα όλοι να βρίζουν τους υπαλλήλους. Όμως καθόλου δεν έφταιγαν αυτοί.
Η λάμπα κάηκε πριν 2 μέρες. Οι κάτοικοι πήραν τηλέφωνο στο Δήμο, ο Δήμος ανταποκρίθηκε αμέσως στέλνοντας το γερανοφόρο για την αλλαγή της λάμπας. Οι κάτοικοι όμως είχαν φροντίσει να παρκάρουν τα αυτοκίνητά τους ακριβώς κάτω από την κολώνα, φαντασιωνόμενοι προφανώς πως οι λάμπες αλλάζουν με κάποιο εξελιγμένο σύστημα τηλεκίνησης. Και η λάμπα να αλλάξει και να μην ξεβολευτούμε και να πάνε να πνιγούνε όσοι έχουν την ατυχία να πέσουν στην ώρα που οι άνθρωποι του Δήμου θα κάνουν τη δουλειά τους. Δεν έχει σημασία να πω την περιοχή. Πάνω κάτω το ίδιο θα συνέβαινε παντού.
Μπορεί στα social media να συζητάμε και να τσακωνόμαστε για «μεγάλες ιδέες» αλλά η πραγματικότητα δείχνει πως δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε ούτε για μια απλή αλλαγή λάμπας σε ένα στενό δρόμο. Δηλαδή αν μας τύχει και τίποτα πιο σοβαρό – που θα μας τύχει – μόνο στο Θεό μπορούμε να ελπίζουμε, ανίκανοι να συνεργαστούμε για στοιχειώδη πράγματα. Άλλοι θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, άλλοι θέλουν να αλλάξουν την Ελλάδα αλλά…. η αλλαγή των μικρών πραγμάτων θα κάνει τη μεγάλη διαφορά.
Μέχρι τότε, μια κοινωνία σε ….silly walk

Η Τίγρης

Λοιπόν μια και τα θρησκευτικά, οι αμβλώσεις και το «τι παιδί θα βγει» είναι στην «ατζέντα», είναι ώρα να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους.
Ο Αδάμ ήταν εύκολο να δημιουργηθεί. Πήρε ο Θεός λίγο πηλό τον έπλασε, τον φύσηξε και άντε γειά σου. Έτοιμος για δρόμο. Αλλά όπως τον έβλεπε έτσι μόνο του, σκέφτηκε να του φτιάξει το άλλο του μισό, που μάλιστα θα ήταν καλύτερό του, για να τον αποζημιώσει για όλη αυτή τη λύπη της μοναξιάς που τον είχε αφήσει να νιώσει.
Ο Θεός σχεδίασε τη Εύα. Πρόσεξε κάθε λεπτομέρεια ώστε να γίνει τέλεια. Αλλά όταν φύσηξε το τελειότερο δημιούργημά του, δεν έγινε τίποτα. Φυσούσε και ξαναφυσούσε αλλά η Εύα έμενε ασάλευτη.
Ο Θεός ήταν σε απόγνωση, σκυμμένος πάνω από τον πάγκο εργασίας του τσεκάροντας και ξανατσεκάροντας όλες τις τεχνικές λεπτομέρειες. Ήταν άψογες. Αλλά η Εύα δεν ζούσε. Εν τω μεταξύ ο Αδάμ είχε «τακιμιάσει» με τους πιθήκους.
Ο Θεός άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Πήγαν πουλιά και πρότειναν λύσεις αλλά καμία δεν αποδείχθηκε σωστή. Πήγε το φίδι και είπε πως μέσα στη Εύα ζει ένας βάτραχος κι όταν φυσάει ο Θεός όλη την ενέργεια την παίρνει αυτός, δηλώνοντας το φίδι την καλή του θέληση να μπει μέσα στην Εύα να φάει τον βάτραχο. Αλλά ο Θεός δεν τον άφησε γιατί ήταν σίγουρος πως ακόμη κι αν υπήρχε βάτραχος και τον έτρωγε, το φίδι θα καθόταν για πάντα μέσα στο τελειότερο πλάσμα του.
Όταν κάθε προσπάθεια αποδείχθηκε μάταιη, μόνο τότε εμφανίστηκε η μάνα του Θεού. Αλλά ο Θεός δεν ήθελε να ανακατευτούν τα μάγια της μάνας του στις δικές του δουλειές κι ήταν πολύ επιφυλακτικός στην προθυμία της να τον βοηθήσει.
Οι μέρες περνούσαν και η Εύα ασάλευτη. Ώσπου ένα πρωινό εμφανίζεται ένα αλλόκοτο ζώο με ραβδώσεις στο σώμα που δεν το είχε ξαναδεί κανένας. Και το ακόμη πιο αλλόκοτο ήταν πως κρατούσε στο στόμα ένα μικρό ανθρωπάκι, ένα μωρό. Ο Θεός κατάλαβε αμέσως πως είναι δουλειά της μάνας του. Στην εμφάνιση του παράξενου ζώου με το μωρό στο στόμα κάθε άλλο πλάσμα κρύφτηκε και έπαψε να κινείται. Μαζί και ο Αδάμ με τους πιθήκους.
Το ζώο πλησίασε την Εύα και ακούμπησε πάνω της το μωρό. Και τότε τα μάτια της Εύας άνοιξαν.
Ο Θεός έκανε μερικά βήματα να πλησιάσει αλλά ο βρυχηθμός του ζώου τον τίναξε πολλά μέτρα μακριά, συμπαρασύροντας τον Αδάμ που ακολουθούσε έχοντας βγει από την κρυψώνα των πιθήκων.
Η Εύα ζούσε αλλά ο Θεός ήθελε να κάνει τα παράπονά του στη μάνα του. «Είναι η Τίγρης» του είπε καθησυχαστικά. «Είναι η Προστάτιδα του Παιδιού του Ανθρώπου.».
Ο Θεός ήταν ανένδοτος. Πρέπει να εξαφανιστεί. Ακόμη κι αν πάψει να ζει η Εύα. Δεν θα μπορούσε ποτέ να κουμαντάρει ένα τέτοιο ζώο που άνοιξε το στόμα του και τον έστειλε κάτι μέτρα μακριά. «Πρέπει να εξαφανιστεί. Τελεία και παύλα» επανέλαβε ακόμη πιο αυστηρά. Η μάνα του Θεού έκατσε στην κουνιστή πολυθρόνα της και πέρασε τα χέρια της πάνω από το κεφάλι της πλέκοντας τα δάκτυλα μεταξύ τους. «Ο,τι πεις…». Του χαμογέλασε με έκδηλα προσποιητή τρυφερότητα.
Ο Θεός επέστρεψε να δει τι συμβαίνει στην Εύα. Την είδε να βυζαίνει το μωρό της και τον Αδάμ δίπλα της να χαζεύει τα μαλλιά της. Στα πόδια της ήταν κουλουριασμένο ένα άγνωστο ζώο που είχε ραβδώσεις μεν όπως η καταραμένη Τίγρης αλλά το μέγεθός της ήταν τέτοιο που δεν προκαλούσε ανησυχία. Τουλάχιστον με την πρώτη ματιά.
«Είναι η γάτα μας» είπε χαμογελαστή στο Θεό η Εύα ενώ από το βάθος της χαράδρας ακούστηκε ο βρυχηθμός που έκανε τον Αδάμ να τρέξει να κρυφτεί στους πιθήκους και το αίμα του Θεού να παγώσει από την ανησυχία.
(μια ελεύθερη απόδοση από τους «Μύθους του Πρώιμου Κόσμου» του Ted Hughes)

Οι «πολλοί» και οι «καλοί»

Ζούμε την πιο αποπολιτικοποιημένη προεκλογική περίοδο της σύγχρονης ιστορίας. Από τη μια οι «πολλοί» και από την άλλη οι «καλοί». Κι αυτό ασφαλώς δεν είναι καθόλου τυχαίο όταν η απεύθυνση αφορά ακροατήρια που σε συντριπτικά ποσοστά είναι εξοικειωμένα περισσότερο με το FACEBOOΚ παρά με οποιοδήποτε από τα μεγάλα ζητήματα (ανάπτυξη, οικονομία, εθνικά θέματα, ρόλος Ε.Ε, νέες τάσεις στην παγκοσμιοποίηση, κλπ). Η κρίση για πρόσωπα είναι πάντα πιο «ξεκούραστη» από τις κρίσεις για αντικειμενικά προβλήματα, τα οποία κινούνται σε πολύ υψηλό βαθμό συνθετότητας και πολυπαραγοντικότητας.
Όσο πιο αχανής και πολύπλοκος είναι ο κόσμος τόσο πιο σημαντικές είναι οι απλοποιήσεις. Αν έχουμε τους «σταρ», μειώνουμε την πολυπλοκότητα του κόσμου μέσω της εμπιστοσύνης στα πρόσωπα. Η σύγχρονη πολιτική δεν εκτίθεται στο κοινοβούλιο αλλά στις κάμερες των smartphones.
Στις ψηφιακές δημοκρατίες η πολιτική μοιάζει όλο και περισσότερο με multiple choice. Δεν είναι ανάγκη να γνωρίζουμε όλη την απάντηση για κάθε ερώτημα. Αρκεί να βρίσκουμε τον Κυριάκο «καλό» και τον Τσίπρα «κακό» ή τον Αλέξη «καλό» και τον Κούλη «κακό». Περισσότερες πληροφορίες θα προκαλούσαν απλώς μεγαλύτερη σύγχυση. Γι αυτό και ουδόλως νοιάζεται η κοινωνία για κανένα debate.
Από την πολιτική συζήτηση έχουμε μπει στη «ζώνη» της συναισθηματικής διαχείρισης πραγμάτων που στην πραγματικότητα δεν μπορεί κανείς να διαχειριστεί και το μόνο που κρίνεται κάθε φορά είναι η ικανότητά του να σχηματίσει το εκλογικό κεφάλαιο ελπίδας πως θα το κάνει.
Με αυτούς τους όρους οι «καλοί» έχουν προβάδισμα έναντι των «πολλών», η προδοσία των οποίων έχει συντελεστεί προ πολλού.